Θα έκανε τα πάντα. Θα ήταν σαν αγρίμι. Θα άρπαζε τα πιο μαλακά κομμάτια του εαυτού της και θα τα ξέσκιζε. Θα τα έτρωγε ένα ένα. Μέχρι να απομείνει ξανά μόνο εκείνο το πράγμα…
Όταν δεν είσαι κανένας, η επιλογή είναι πολυτέλεια. Το ίδιο ισχύει και για τη Λητώ, η οποία βρίσκεται εγκλωβισμένη σε μια εξαντλητική και τοξική εργασιακή συνθήκη. Χωρίς άλλη επιλογή, είναι υποχρεωμένη να υπομένει τα πάντα για το καλό του μικρού της αδελφού και της απούσας μητέρας της. Ως μέλος του σώματος των Ρυθμιστών της Μονάδας Hope της Vis, είναι υπεύθυνη για την καθοδήγηση των πολιτών, την επιτήρηση της τήρησης των αυστηρών κανόνων που επιβάλλει η Vis και τη διατήρηση της τάξης στους δρόμους της Αθήνας. Ωστόσο, παρά τις απαιτήσεις της θέσης της, οι οικονομικές απολαβές δεν επαρκούν για να καλύψουν τις βασικές ανάγκες της οικογένειάς της. Ο μοναδικός τρόπος για να εξασφαλίσει μια καλύτερη και ασφαλέστερη ζωή είναι η προαγωγή της στη θέση της Μέντορα. Παρά τις προσπάθειές της, όμως, η διοίκηση απορρίπτει την αίτησή της. Η Λητώ γνωρίζει ότι η κατάκτηση αυτής της θέσης είναι επιτακτική, καθώς μόνο μέσω αυτής μπορεί η ίδια και η οικογένειά της να αποκτήσουν μεγαλύτερη ασφάλεια και τη δυνατότητα επιλογής.
Μετά την απόρριψη της αίτησής της, η Λητώ βρίσκεται αντιμέτωπη με το αδιέξοδο της καθημερινότητάς της. Σε μία από τις σπάνιες άδειές της, περιπλανιέται στην πόλη, αναζητώντας έναν τρόπο να αποστασιοποιηθεί από τη σκέψη της αποτυχίας. Η περιπλάνησή της την οδηγεί στο Σύνταγμα. Εκεί, στην αποβάθρα του μετρό, μια κίνηση τραβά την προσοχή της. Ένας άντρας στέκεται στο χείλος, έτοιμος να κάνει το τελευταίο βήμα προς τις γραμμές. Η Λητώ γνωρίζει πως, σύμφωνα με τους κανονισμούς, δεν πρέπει να επέμβει, ό,τι κι αν συμβεί. Ωστόσο, την κρίσιμη στιγμή αποφασίζει να παραβεί όλα όσα γνωρίζει και να τον σώσει.
Το περιστατικό αυτό θα αποτελέσει την αφορμή για να γνωρίσει τον Τάσο Χαδηνό και να βρεθεί στον Πειραιά, σε ένα περιβάλλον που διαφέρει αισθητά από εκείνο που γνώριζε. Εκεί, έκπληκτη διαπιστώνει ότι οι άνθρωποι γύρω της κινούνται πιο χαλαρά και πως δεν υπάρχει κανένας Ρυθμιστής σε επιφυλακή. Ο Τάσος και η παρέα του της αποκαλύπτουν ότι η μονάδα της Omni, η οποία ελέγχει τον Πειραιά, λειτουργεί διαφορετικά από τη Hope. Η αποκάλυψη αυτή τη σοκάρει, καθώς κλονίζει όσα θεωρούσε μέχρι τότε δεδομένα. Σταδιακά, η παρέα αρχίζει να την εμπιστεύεται, και εκείνη γνωρίζει καλύτερα τον τρόπο σκέψης και δράσης τους. Όταν πληροφορείται ότι συμμετέχουν σε μυστική φιλανθρωπική δραστηριότητα —πράξεις που το σύστημά τις θεωρεί απαγορευμένες— το σοκ της γίνεται ακόμη μεγαλύτερο. Παρ’ όλα αυτά, αποφασίζει να τους βοηθήσει ακόμα και όταν γνωρίζει πως αυτή της η επιλογή δεν μπορεί να είναι χωρίς συνέπειες, είδικά σε έναν κόσμο όπου ο έλεγχος και η πειθαρχία αποτελούν τον θεμέλιο λίθο της κοινωνίας. Καθώς, όμως, έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με μια διαφορετική εκδοχή της πραγματικότητας, οι βεβαιότητές της αρχίζουν να κλονίζονται και η πίστη της στο σύστημα δοκιμάζεται. Μπορεί, τελικά, η Λητώ να εξακολουθεί να υπηρετεί το σύστημα τη στιγμή που η ίδια αρχίζει να το αμφισβητεί;
Έπιανε τον εαυτό της να θέλει να δει αυτόν τον κόσμο. Να θέλει να ζήσει μέσα σ΄αυτόν, έστω για μια μέρα. Να δει πώς θα της φαινόταν η ελευθερία να σκέφτεται, να κάνει και να πιστεύει αυτό ακριβώς που ένιωθε πως ήθελε να σκεφτεί, να κάνει και να πιστέψει. Να μη νιώθει πως όσα βίωνε ήταν προσεκτικά κατασκευασμένα۰υπολογισμένα να είναι ακριβώς όπως έπρεπε για να επιτευχθεί κάτι που ήθελαν κάποιοι που ήταν κάπου που δεν μπορούσε να τους δει.
Η γνωστή συγγραφέας Αλέξια Κέπελη, μετά την «Κυριαρχία της Σιωπής», επανέρχεται με την «Μέντορα», ένα κοινωνικό-δυστοπικό μυθιστόρημα που διαδραματίζεται στο μέλλον, σε μια Αθήνα όπου μια οργάνωση, με κριτήριο την οικονομική και κοινωνική τάξη του κάθε πολίτη, καθορίζει την πορεία της ζωής του. Σε αυτή τη μελλοντική κοινωνία, που παραπέμπει σε μια οργουελική Αθήνα, γνωρίζουμε τη Λητώ, η οποία ανήκει στο σώμα των Ρυθμιστών της Μονάδας Hope της Vis και έχει ως καθήκον την επίβλεψη της πειθαρχίας στους δρόμους και στους κατοίκους της πρωτεύουσας. Όμως, η Λητώ νιώθει εγκλωβισμένη σε αυτή την κατάσταση, καθώς δεν έχει τη δυνατότητα να απομακρυνθεί από αυτό το αποπνικτικό σύστημα, δεδομένου ότι είναι υπεύθυνη για τη φροντίδα του μικρότερου αδελφού και της απούσας μητέρας της. Ώσπου, όλα ανατρέπονται όταν επεμβαίνει σε μια κατάσταση στην οποία δεν θα έπρεπε να εμπλακεί, με τη ζωή της να παίρνει μια εντελώς διαφορετική τροπή.
Σε επίπεδο αφήγησης, η Αλέξια Κέπελη επιλέγει να κινηθεί σε δύο χρονικούς αφηγηματικούς άξονες. Από τη μία πλευρά, το μέλλον, όπου παρακολουθούμε τη Λητώ κατά την άσκηση των καθηκόντων της ως Ρυθμίστριας και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τις καταστάσεις που προκύπτουν. Από την άλλη, το παρελθόν, μέσα από το οποίο αποκαλύπτεται η προσωπική της πορεία και τα γεγονότα που συνέβαλαν στη διαμόρφωσή της και στην επιλογή αυτού του δρόμου. Η εναλλαγή μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος πραγματοποιείται με ομαλό τρόπο, χωρίς να προκαλεί σύγχυση στον αναγνώστη· αντίθετα, λειτουργεί ενισχυτικά, επιτρέποντάς του να γνωρίσει βαθύτερα την πρωταγωνίστρια και να κατανοήσει τις αποφάσεις που λαμβάνει. Σε επίπεδο ύφους και γλώσσας, η Αλέξια Κέπελη υιοθετεί έναν άμεσο και κινηματογραφικό τρόπο γραφής, με σύντομες περιγραφές και γρήγορες εναλλαγές εικόνων. Ο ρυθμός της αφήγησης παραμένει σταθερά γρήγορος, χωρίς να κουράζει τον αναγνώστη, καθώς η συγγραφέας εστιάζει στη δράση και στις εσωτερικές αντιδράσεις της πρωταγωνίστριας. Η γλώσσα είναι απλή και λιτή, χωρίς περιττούς λογοτεχνικούς στολισμούς, γεγονός που ενισχύει την αίσθηση έντασης και διατηρεί την προσοχή του αναγνώστη καθ’ όλη τη διάρκεια των σκηνών. Παράλληλα, οι περιγραφές στο μυθιστόρημα είναι έντονα ρεαλιστικές, με σκηνές που προσεγγίζουν την καθημερινότητα και δεν απομακρύνονται υπερβολικά από την πραγματικότητα. Μέσα από αυτή την επιλογή, η αφήγηση αποκτά μεγαλύτερη αμεσότητα και οδηγεί τον αναγνώστη στο να αμφισβητήσει το κατά πόσο όσα περιγράφονται αποτελούν ένα αμιγώς φανταστικό σενάριο ή μια πιθανή εξέλιξη της σύγχρονης κοινωνίας. Κλείνοντας, «Η Μέντορας» της Αλεξίας Κέπελη αξίζει να διαβαστεί από κάθε αναγνώστη και αυτό γιατί, πέρα από τη δυστοπική της πλοκή, θέτει ερωτήματα που αφορούν άμεσα τη σύγχρονη κοινωνία, όπως ο έλεγχος, η ατομική επιλογή και τα όρια της ελευθερίας.
Το μυθιστόρημα της Αλεξίας Κέπελη «Η Μέντορας» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Διόπτρα.

