
Μόλις το 2,4% των νέων είχαν υποστήριξη από τον ΟΑΕΔ για να βρουν εργασία. Αυτό προκύπτει μεταξύ άλλων από την έρευνα της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) για την θέση των νέων στην αγορά εργασίας. Η έρευνα διεξήχθη παράλληλα με την Έρευνα Εργατικού Δυναμικού κατά το Β’ τρίμηνο του 2016 και ο πληθυσμός-στόχος της έρευνας ήταν τα άτομα ηλικίας 15 έως 34 ετών.
Οι κύριες διαπιστώσεις της έρευνας ήταν οι ακόλουθες:
- Περίπου ένα στα πέντε άτομα εργάστηκε κατά τη διάρκεια των σπουδών του.
- Οι κύριοι λόγοι που οι συμμετέχοντες στην έρευνα δε συνέχισαν τις σπουδές τους είναι είτε το ότι θεωρούσαν το επίπεδο σπουδών τους ικανοποιητικό είτε το ότι ήθελαν να εργαστούν.
- Το ποσοστό των ατόμων που είχαν υποστήριξη από τον ΟΑΕΔ ή κάποιο άλλο δημόσιο οργανισμό για να βρουν εργασία ήταν 2,4%.
- Τα περισσότερα άτομα βρήκαν εργασία μέσω συγγενών, φίλων ή γνωστών.
- Στην πλειονότητά τους οι συμμετέχοντες στην έρευνα δήλωσαν ότι η εκπαίδευση που έχουν ολοκληρώσει τους βοηθά στα εργασιακά τους καθήκοντα.
- Περισσότεροι από τους μισούς ανέργους δήλωσαν διατεθειμένοι να αλλάξουν τόπο κατοικίας, προκειμένου να αναλάβουν εργασία. Ωστόσο, το ποσοστό των απασχολουμένων που πραγματικά χρειάστηκε να το κάνουν ήταν 5,4%.
Εργασιακή εμπειρία κατά τη διάρκεια των σπουδών
Περίπου ένας στους πέντε ερωτωμένους δηλώνει ότι εργάστηκε κατά τη διάρκεια των σπουδών του. Οι άνδρες έχουν ελαφρύ προβάδισμα έναντι των γυναικών, ενώ τα ποσοστά είναι σημαντικά υψηλότερα για τα άτομα ελληνικής υπηκοότητας, τους τώρα απασχολουμένους, τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας και τα άτομα ανώτερου επιπέδου εκπαίδευσης.
• Γενικά, η αμειβόμενη εργασία αναφέρεται συχνότερα από τη μη αμειβόμενη, ενώ περίπου τα μισά από τα άτομα που εργάστηκαν είχαν μόνο αμειβόμενη εργασία.
• Το υψηλότερο ποσοστό ατόμων με αμειβόμενη εργασιακή εμπειρία εντοπίζεται στους απασχολουμένους και στα άτομα με υψηλό μορφωτικό επίπεδο.
Κυριότερος λόγος μη συνέχισης σπουδών
Στην πλειονότητά τους οι ερευνώμενοι δηλώνουν ότι δε συνέχισαν τις σπουδές τους, είτε επειδή θεωρούσαν το τότε επίπεδο σπουδών τους ικανοποιητικό2 (36,4%) είτε επειδή ήθελαν να εργαστούν (28,2%). Λιγότεροι (13,2%) αναφέρουν ότι δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στον βαθμό δυσκολίας ενός ανώτερου επιπέδου σπουδών, ενώ το 5,0% αναφέρει το υψηλό κόστος σπουδών. Οι άλλοι λόγοι περιλαμβάνουν οικογενειακούς λόγους, λόγους υγείας κλπ.
Για τους άνδρες κυριότερος λόγος είναι το ότι ήθελαν να εργαστούν, ενώ για τις γυναίκες το ότι είχαν ικανοποιητικό επίπεδο σπουδών.
Επίσης, η επιθυμία για εργασία εντοπίζεται περισσότερο σε νεότερες ηλικίες, χαμηλότερα επίπεδα εκπαίδευσης και άτομα αλλοδαπής υπηκοότητας.
Υποστήριξη από τον ΟΑΕΔ για εύρεση εργασίας τους 12 τελευταίους μήνες
Από τα άτομα που ξεκίνησαν να εργάζονται τους τελευταίους 12 μήνες, το 6% αναφέρει ότι δέχθηκε κάποια υποστήριξη από τον ΟΑΕΔ ή κάποιο άλλο δημόσιο οργανισμό. Σε μικρότερο βαθμό αναφέρονται προγράμματα απασχόλησης ή εκπαίδευσης.
Ο κύριος τρόπος εύρεσης εργασίας είναι μέσω συγγενών, φίλων ή γνωστών (39,9%). Ακολουθεί η επαφή με τον εργοδότη (18%), είτε από πρωτοβουλία του απασχολουμένου είτε του εργοδότη. Οι αγγελίες έχουν μικρότερο ρόλο στην εύρεση εργασίας (14,5%), ενώ ο ΟΑΕΔ εμφανίζεται με πολύ μικρό ποσοστό (2,4%). Το 16,4% αναφέρει ότι δεν του χρησίμευσε κανένα είδος υποστήριξης.
insider.gr

