spot_img

Α. Κέπελη: “Φοβάμαι ότι σήμερα κανονικοποιούνται πολύ εύκολα κάποιες καταστάσεις στην καθημερινότητά μας, που δεν θα έπρεπε να θεωρούνται φυσιολογικές”

Το Πελοποννησιακό Πρακτορείο Ειδήσεων είχε τη χαρά να συνομιλήσει με τη συγγραφέα Αλεξία Κέπελη, με αφορμή την πρόσφατη κυκλοφορία του νέου της μυθιστορήματος «Η Μέντορας» από τις Εκδόσεις Διόπτρα. Ένα έργο με έντονα δυστοπικά στοιχεία, που τοποθετείται σε μια εναλλακτική εκδοχή της σύγχρονης Αθήνας, εξερευνώντας ζητήματα εξουσίας, επιβίωσης και ατομικής επιλογής. Στο πλαίσιο της συνέντευξης, η συγγραφέας μας μίλησε για την ιστορία της Λητώς, τη σύνθετη σκιαγράφηση της ηρωίδας της, τη θεματική του βιβλίου, καθώς και για την ανταπόκριση του αναγνωστικού κοινού στο νέο της έργο.

Ακολουθεί η συνέντευξη 

Tο νέο σας μυθιστόρημα, «Η Μέντορας», κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις Διόπτρα. Ποια ιστορία συναντά ο αναγνώστης στις σελίδες του;

Η ιστορία επικεντρώνεται στη Λητώ, η οποία ζει με τον αδελφό και τη μητέρα της σε δύσκολες οικονομικές συνθήκες. Διαδραματίζεται σε μια Αθήνα (χωρίς να προσδιορίζεται η χρονολογία) που μοιάζει πολύ με τη σημερινή. Η βασική διαφορά είναι ότι ολόκληρη η Ελλάδα υπάγεται σε ένα πειραματικό σύστημα με την ονομασία Vis. Δεν μαθαίνουμε λεπτομέρειες για τη Vis, η οποία είναι κάτι σαν «οντότητα», χωρίς συγκεκριμένη προέλευση ή εξήγηση, αλλά μαθαίνουμε ότι επιβάλλει την τάξη και «ρυθμίζει» τις ζωές των ανθρώπων μέσω εταιρειών, όπως η Μονάδα Hope. Τα όργανα επιβολής είναι οι Ρυθμιστές, οι οποίοι φροντίζουν οι άνθρωποι να ζουν ακριβώς όπως πρέπει (με βάση τους αυστηρούς κανονισμούς του συστήματος), ώστε να είναι αποδοτικοί και χρήσιμοι για την κοινωνία. Στο μυθιστόρημα βλέπουμε όλη την πορεία της Λητώς από τη δουλειά της ως καμαριέρα σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο, να περνά στην εκπαίδευση για το σώμα των Ρυθμιστών της Μονάδας Hope, να εργάζεται ως Ρυθμίστρια και τη συνολική της προσπάθεια να ανέλθει στην ιεραρχία και να γίνει Μέντορας, που είναι ένα αρκετά υψηλό αξίωμα για τους Ρυθμιστές.

Θα θέλατε να μας μιλήσετε λίγο περισσότερο για τη Λητώ; Ποια είναι η θέση της μέσα στο σύστημα που περιγράφετε και τι την καθορίζει;

Όπως προανέφερα, η Λητώ είναι Ρυθμίστρια. Είναι υπεύθυνη για την επιβολή του συστήματος της Vis. Φροντίζει να λειτουργούν όλοι και όλα σωστά, μέσω συμβουλευτικών συνεδριών καθορίζει την πορεία της ζωής των ανθρώπων που προσπαθούν να προσαρμοστούν και να αντεπεξέλθουν στις συνθήκες του συστήματος και «καθαρίζει» τους δρόμους από παραβατικά στοιχεία ή ανθρώπους που δεν έχουν καταφέρει να ενσωματωθούν σε αυτό. Τη θέση της την καθορίζει η αυστηρή πειθαρχία, η σκληρότητα, η αυστηρότητα, η βία και, εντέλει, όλη αυτή η λυσσαλέα πάλη για την εξουσία και την αναρρίχηση στην ιεραρχία. Την ίδια τη Λητώ, την καθορίζει η τεταμένη σχέση με την οικογένειά της, η αγάπη για τον αδελφό της, η πάλη για επιβίωση και μια αμφιταλάντευση σε όσα είναι και σε όσα πρεσβεύει και κάνει.

Η Λητώ καλείται να διαχειριστεί δύσκολες και σύνθετες καταστάσεις. Ποια ήταν η βασική σας προσέγγιση στη σκιαγράφηση του χαρακτήρα της;

Ως χαρακτήρας η Λητώ είναι αρκετά περίπλοκη. Έχει κανείς την τάση να τη δικαιολογεί, καθώς μπορεί να διακρίνει τις πηγές των τραυμάτων και των αποφάσεών της. Παράλληλα, όμως, επειδή ακριβώς η Λητώ είναι ένας άνθρωπος που αναρωτιέται και αμφιταλαντεύεται -έχοντας, παρ’ όλα αυτά, αποδεχθεί το σύστημα στο οποίο ζει και εφαρμόζοντας τις επιταγές του-, πολλές από τις αποφάσεις της ίσως ενοχλούν. Νομίζω πως αυτό που ήθελα ήταν να φτιάξω έναν χαρακτήρα που θα αντιδρούσε στις δυσκολίες όπως θα ήταν πιο πιθανό να αντιδράσει ένας πραγματικός άνθρωπος στη θέση της. Παράλληλα όμως να αναδείξω πόσο εύκολο είναι να ολισθήσει κανείς σε ακρότητες, να πάρει λάθος αποφάσεις, να γοητευτεί από την εξουσία, να χάσει τελικά την επαφή με τα πιο μαλακά και αθώα κομμάτια του εαυτού του. Φυσικά, δεν θα έπαιρναν όλοι τις αποφάσεις που πήρε η Λητώ. Όμως, νομίζω πως όλοι έχουμε την εγγενή ικανότητα να κάνουμε τόσο το καλό όσο και το κακό. Και, υπό τις κατάλληλες συνθήκες, φαίνεται προς τα πού γέρνει μέσα μας η πλάστιγγα.

Ποιος είναι ο ρόλος του «Μέντορα» μέσα στη δομή της αφήγησης; Πώς ορίζεται η σημασία αυτής της θέσης στο πλαίσιο της ιστορίας;

Ένας Μέντορας καλείται να αναλάβει έναν μόνο άνθρωπο -από κάποια επιφανή και πλούσια οικογένεια- και να τον γαλουχήσει με βάση τα πρότυπα και τις επιταγές της Vis. Να διαμορφώσει, ουσιαστικά, κάποιον που θα συμβάλει στη συνέχιση και τη σωστή λειτουργία του συστήματος. Είναι μια θέση ψηλά στην ιεραρχία της εκάστοτε Μονάδας και ενέχει σημαντικό ρίσκο, καθώς ουσιαστικά ένας Μέντορας καλείται να αφιερώσει την καριέρα του στο να επιτύχει αυτός ο ένας άνθρωπος που έχει αναλάβει να «εκπαιδεύσει». Νομίζω πως αυτό που κάνει ξεκάθαρο το πόσο σημαντική είναι αυτή η θέση μέσα στο πλαίσιο της ιστορίας είναι ότι η Λητώ στοχεύει, με κάποια υποβόσκουσα μανία, να αποκτήσει αυτήν την προαγωγή. Όλο το μυθιστόρημα διαπνέεται από αυτόν τον στόχο της ηρωίδας.

Η ιστορία εκτυλίσσεται σε μια μελλοντική, αυστηρά ελεγχόμενη Αθήνα, που θυμίζει μια σύγχρονη δυστοπία. Πώς προσεγγίσατε τη διαμόρφωση αυτής της πόλης και σε ποιο βαθμό συνομιλεί με τη σημερινή πραγματικότητα της Αθήνας;

Αυτή είναι μια ενδιαφέρουσα ερώτηση. Αρχικά, είναι πολύ σημαντικό να επισημάνω ότι η ιστορία δεν τοποθετείται σε κάποιο μελλοντικό χρόνο. Δεν βρισκόμαστε εκατό χρόνια στο μέλλον, για παράδειγμα, με ρομπότ ή άλλες τεχνολογικές εξελίξεις. Είναι σαν να είμαστε στο σήμερα. Σε κάποια εναλλακτική Αθήνα του σήμερα. Δεν ήθελα να τοποθετήσω την ιστορία στο μέλλον, ακριβώς επειδή ήθελα να μας θυμίζει την καθημερινότητά μας τώρα, παραβλέποντας, φυσικά, το στοιχείο των Ρυθμιστών και της επιβολής των Μονάδων. Επομένως, η πόλη είναι η πόλη της Αθήνας, όπως την έχετε σήμερα στο μυαλό σας. Και άρα, η συνομιλία με τη σημερινή πραγματικότητα είναι άμεση. Μπορούμε εύκολα να φέρουμε την πλατεία Συντάγματος στο μυαλό μας, όπως μπορούμε να φανταστούμε τις προθήκες με τα αρχαία στο μετρό της Ακαδημίας (και αλλού), τις υπόγειες διαβάσεις στη Συγγρού κ.ο.κ. Και, φυσικά, τους αστέγους στους δρόμους.

Στη «Μέντορα» αναδεικνύονται θέματα εξουσίας και ατομικής επιλογής σε ένα αυστηρά δομημένο σύστημα. Ποια ήταν η αφετηρία σας για την ανάπτυξη αυτής της θεματικής;

Ουσιαστικά ήταν ένας βαθιά ριζωμένος φόβος που έχω. Φοβάμαι ότι σήμερα κανονικοποιούνται πολύ εύκολα κάποιες καταστάσεις στην καθημερινότητά μας, που δεν θα έπρεπε να θεωρούνται καθημερινές ή αναμενόμενες ή φυσιολογικές. Το να δολοφονούνται γυναίκες έξω από αστυνομικά τμήματα, ενώ ικετεύουν για βοήθεια και προστασία, από τους πρώην συντρόφους τους, δεν είναι φυσιολογική συνθήκη. Το να συμβαίνουν πολιτικά σκάνδαλα ανεπανάληπτης έκτασης δεν είναι κάτι που θα έπρεπε να το βιώνουμε ως μια αναμενόμενη συνθήκη. Το να σκοτώνονται άνθρωποι στα τρένα, λόγω φρικτής αμέλειας χρόνων, δεν είναι ούτε φυσιολογικό, ούτε αναμενόμενο. Το να υπάρχουν άστεγοι στον δρόμο και αυτή τη στιγμή τα ενοίκια να είναι απρόσιτα για τους νέους που προσπαθούν να ανεξαρτητοποιηθούν και να χτίσουν τις ζωές τους με πενιχρούς μισθούς δεν μπορεί να θεωρείται φυσιολογικό και αναμενόμενο. Και πολλά πολλά ακόμα.

Νιώθω, λοιπόν, πως με κάποιον τρόπο, ακόμα και αν αντιδράμε λίγο στην αρχή, κάπως αποδεχόμαστε αυτές τις καταστάσεις ως κάτι που είναι μέρος της καθημερινής μας ζωής. Συνεχίζουμε να ζούμε, να δουλεύουμε και να πληρώνουμε τους φόρους και τους λογαριασμούς μας υπό αυτές τις συνθήκες. Και νιώθω πως έχουμε αποδεχθεί ότι δεν υπάρχει καμία βιώσιμη εναλλακτική. Ότι τα πράγματα δεν θα μπορούσαν ποτέ να αλλάξουν.

Γι’ αυτό, λοιπόν, η προέλευση του συστήματος της Vis δεν αναλύεται ποτέ στο έργο. Οι Ρυθμιστές και οι κανόνες τους είναι μια συνθήκη που έχει απλώς επικρατήσει και που πλέον ορίζει απολύτως τις ζωές των ανθρώπων.

«Η Μέντορας» μετρά ήδη μερικές εβδομάδες κυκλοφορίας. Πώς βιώνετε αυτό το πρώτο διάστημα επαφής του βιβλίου με το αναγνωστικό κοινό; Υπήρξε κάποια αντίδραση που σας εξέπληξε;

Είναι πάντα υπέροχο το συναίσθημα του να πιάνεις το βιβλίο σου στα χέρια σου. Η αλήθεια είναι ότι είχα πολύ μεγαλύτερο άγχος για την κυκλοφορία του συγκεκριμένου βιβλίου, σε σχέση με το πρώτο μου, καθώς νομίζω πως θεματικά είναι ένα πιο δύσπεπτο έργο. Οπότε δεν ήμουν σίγουρη ποια θα ήταν η υποδοχή του. Όμως νομίζω ότι οι αναγνώστες το έχουν πραγματικά αγκαλιάσει και με συγκινεί τρομερά αυτό. Νομίζω πως πάντα θα με ξαφνιάζει το πόσο διαφορετικές απόψεις ακούω σχετικά με τον χαρακτήρα της Λητώς. Άλλοι θέλουν να την χτυπήσουν και άλλοι να την αγκαλιάσουν.

Με δύο μυθιστορήματα ήδη στο ενεργητικό σας, πώς θα περιγράφατε σήμερα τη συγγραφική σας ταυτότητα;

Συγκρατημένη. Νομίζω πως θέλω να αρχίσω να πειραματίζομαι περισσότερο και να μελετάω βαθύτερα όλα όσα με απασχολούν και αποτελούν την αφορμή μου για να γράφω. Πάντως, πιστεύω πως ό,τι και αν γράψω από εδώ και πέρα, η δυστοπία θα με καθορίζει πάντα.

Έχετε ασχοληθεί ξανά με δυστοπικά θέματα στο παρελθόν, όπως στην «Κυριαρχία της Σιωπής». Τι σας ελκύει στη δυστοπική λογοτεχνία και με ποιο τρόπο αυτή η προσέγγιση επηρεάζει τον τρόπο που γράφετε;

Αυτό που με γοητεύει στα δυστοπικά μυθιστορήματα είναι ότι μπορούμε να σκεφτούμε ακραίες συνθήκες και να φανταστούμε το πώς θα λειτουργούσε ο κόσμος μέσα σε αυτές. Μου αρέσει η ελευθερία που δίνει στο να πιέζουμε και να σπάμε τα όρια του αναμενόμενου. Και είναι και ένα μέσο για να μιλήσουμε έμμεσα για τη σύγχρονη πραγματικότητα. Μεγεθύνοντας τα υπάρχοντα προβλήματα, μπορείς να κάνεις καλύτερες υποθέσεις για το τι θα μπορούσαν να σημαίνουν για το μέλλον ή πώς μας επηρεάζουν σήμερα. Ή μπορείς να τα φέρεις στο προσκήνιο πιο αποτελεσματικά. Σε ό,τι αφορά τη γραφή μου, η δυστοπία με έχει βοηθήσει να πειραματιστώ και να εξασκήσω τη φαντασία μου.

Η πρόσφατη παρουσίαση του μυθιστορήματός σας στο Βιβλιοπωλείο Διόπτρα Books & Life στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου, είχε θερμή ανταπόκριση. Πώς βιώνετε αυτές τις συναντήσεις με τους αναγνώστες και τι είναι αυτό που σας έμεινε περισσότερο από εκείνη τη βραδιά;

Ήταν πραγματικά μια υπέροχη βραδιά και δεν θα μπορούσε να είχε γίνει πραγματικότητα χωρίς τους ανθρώπους που στηρίζουν το έργο μου. Θα είμαι για πάντα ευγνώμων και βαθιά συγκινημένη. Αυτού του είδους οι συναντήσεις είναι για εμένα η πιο όμορφη εμπειρία. Το να συναντιόμαστε και να συζητάμε για τη λογοτεχνία είναι ιδιαίτερα σημαντικό, ειδικά στη σημερινή εποχή. Όμως αυτό που μου έμεινε περισσότερο από την παρουσίαση είναι ότι την αντιμετωπίσαμε περισσότερο ως μια γιορτή. Μια βραδιά χαράς. Η συνολική διάθεση εξέφρασε απόλυτα τη δική μου ανάγκη να γιορτάσω την κυκλοφορία με όλους.

Σας ευχαριστώ θερμά για αυτή τη συζήτηση. Πριν κλείσουμε, θα ήθελα να στραφούμε λίγο στα επόμενα σχέδιά σας. Μετά τη «Μέντορα», προς ποια κατεύθυνση νιώθετε ότι σας οδηγεί η συγγραφική σας διαδρομή; Υπάρχει ήδη στο μυαλό σας ο επόμενος ήρωας ή η επόμενη ιστορία;

Κάτι έχω σκεφτεί. Αν καταφέρω να το γράψω όπως θέλω, θα είναι κάτι λίγο διαφορετικό σε σχέση με ό,τι έχω κάνει μέχρι τώρα.

Σας ευχαριστώ και εγώ πάρα πολύ για τις υπέροχες ερωτήσεις και τον χρόνο σας!

- Advertisement -
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΣΧΟΛΙΑ