Και ενώ όλα μέσα της (και γύρω της) γίνονταν όλο και πιο κρύα, τρομακτικές εικόνες έπεφταν πάνω της από έναν σκοτεινό παραληρηματικό ουρανό.
Η Χάνα Χέρμπστ γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα πως ένα πρόσωπο μπορεί να προδώσει συναισθήματα που τα λόγια προσπαθούν να κρύψουν. Ως ειδική φυσιογνωμίστρια, έχει μάθει να διαβάζει βλέμματα, εκφράσεις και τις ανεπαίσθητες κινήσεις των μυών του προσώπου, αναγνωρίζοντας πίσω από αυτές φόβο, θυμό, ενοχή ή ακόμη και ένα ψέμα. Όμως οι γνώσεις και η εμπειρία της δοκιμάζονται με τον πιο δύσκολο τρόπο όταν, φτάνοντας στον παιδικό σταθμό του γιου της, βρίσκεται μπροστά σε έναν ένοπλο άνδρα που κρατά δύο μικρά παιδιά ομήρους – και το ένα από αυτά είναι ο πεντάχρονος Πάουλ. Με το όπλο στραμμένο πάνω τους και τον χρόνο να μετρά αντίστροφα, η Χάνα καλείται να χρησιμοποιήσει όσα γνωρίζει για την ανθρώπινη συμπεριφορά, αυτή τη φορά όχι για να βοηθήσει σε μια έρευνα, αλλά για να σώσει μια ζωή. Μια απόφαση λίγων δευτερολέπτων θα καθορίσει την έκβαση εκείνης της ημέρας και θα αφήσει πίσω της ένα βάρος που θα την ακολουθεί για χρόνια.
Επτά χρόνια αργότερα, η Χάνα ξυπνά δεμένη σε ένα άγνωστο δωμάτιο ξενοδοχείου, τραυματισμένη και χωρίς καμία ανάμνηση της ταυτότητάς της ή του πώς βρέθηκε εκεί. Αποπροσανατολισμένη και εντελώς φοβισμένη, βρίσκεται απέναντι σε έναν από τους πιο επικίνδυνους καταζητούμενους της Γερμανίας, τον Λουτς Μπλάνκενταλ, έναν δραπέτη κατά συρροή δολοφόνο γνωστό ως «Χειρουργό», ο οποίος έχει αποκτήσει το προσωνύμιό του από τον ιδιαίτερα φρικτό τρόπο με τον οποίο βασανίζει τα θύματά του. Ο Μπλάνκενταλ φαίνεται να γνωρίζει πολύ περισσότερα για εκείνη απ’ όσα γνωρίζει η ίδια για τον εαυτό της και, έχοντας τη δική του διαστρεβλωμένη αντίληψη περί ενοχής, τιμωρίας και δικαιοσύνης, την κρατά αιχμάλωτη αναζητώντας απαντήσεις. Απαντήσεις που η Χάνα αδυνατεί να του δώσει, καθώς βρίσκονται κρυμμένες στο διάστημα που έχει διαγραφεί από τη μνήμη της.
Σταδιακά, η Χάνα αρχίζει να μαθαίνει τι έχει συμβεί στο διάστημα που η ίδια αδυνατεί να θυμηθεί και όσα ανακαλύπτει αφορούν πρωτίστως την οικογένειά της. Ο σύζυγός της Ρίχαρντ και η δεκαπεντάχρονη κόρη του, Κίρα, είναι νεκροί, ο γιος της Πάουλ αγνοείται και η ίδια βρίσκεται στο επίκεντρο μιας υπόθεσης για την οποία δεν έχει καμία ανάμνηση. Όλα δείχνουν πως η Χάνα είναι εκείνη που δολοφόνησε την οικογένειά της, ενώ υπάρχει ακόμη και μια βιντεοσκοπημένη ομολογία στην οποία περιγράφει με λεπτομέρειες τις πράξεις της και τα κίνητρα που την οδήγησαν σε αυτές. Αντιμέτωπη με την εικόνα του ίδιου της του εαυτού να ομολογεί εγκλήματα που δεν θυμάται να έχει διαπράξει, η Χάνα επιστρατεύει τη μοναδική ικανότητα που γνωρίζει ότι μπορεί να εμπιστευτεί: αρχίζει να αναλύει τις εκφράσεις και τις ανεπαίσθητες αντιδράσεις του δικού της προσώπου. Παρατηρώντας προσεκτικά τη γυναίκα στην οθόνη, αρχίζει να εντοπίζει μικρές αντιφάσεις ανάμεσα σε όσα λέει και σε όσα αποκαλύπτει το πρόσωπό της. Αν όμως είναι πράγματι η δολοφόνος, γιατί δεν θυμάται τίποτα; Πώς μπορεί να αμφισβητήσει μια ομολογία όταν η γυναίκα που βλέπει στην οθόνη είναι η ίδια; Και τι μπορεί να αποκαλύψει το ίδιο της το πρόσωπο για μια αλήθεια που το μυαλό της έχει διαγράψει;
Ο Sebastian Fitzek για άλλη μια φορά δίνει στο αναγνωστικό κοινό του ένα ακόμα αγωνιώδες ψυχολογικό θρίλερ, όπου πρωταγωνιστικό ρόλο έχει η ανθρώπινη συμπεριφορά και κυρίως όλα εκείνα που μπορεί να αποκαλύψει ένα πρόσωπο χωρίς να ειπωθεί ούτε μία λέξη. Στο «Μίμικ», η αλήθεια, το ψέμα, η μνήμη και η εξαπάτηση μπλέκονται συνεχώς μεταξύ τους, με τον συγγραφέα να χτίζει την ιστορία του γύρω από ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον εύρημα: την ικανότητα της Χάνα να αναγνωρίζει και να ερμηνεύει ακόμη και τις πιο ανεπαίσθητες εκφράσεις των ανθρώπων γύρω της. Μια ικανότητα που σταδιακά αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, καθώς καλείται να τη στρέψει στον ίδιο της τον εαυτό και να αμφισβητήσει όσα μέχρι εκείνη τη στιγμή θεωρούσε δεδομένα. Η γραφή του Fitzek είναι γεμάτη ένταση, με σύντομα και πυκνά κεφάλαια, δίνοντας στον αναγνώστη την αίσθηση ότι δεν υπάρχει ανάπαυλα. Η πλοκή ακολουθεί τον ίδιο γρήγορο ρυθμό, με διαδοχικές αποκαλύψεις και ανατροπές που μεταβάλλουν συνεχώς την εικόνα που έχει σχηματίσει ο αναγνώστης για τα γεγονότα και τους χαρακτήρες. Κάθε νέο στοιχείο έρχεται να προσθέτει και ένα ακόμη κομμάτι στο μυστήριο, ενώ οι προθέσεις των προσώπων δεν είναι πάντοτε εύκολο να αποκωδικοποιηθούν, διατηρώντας την αμφιβολία για το ποιος λέει την αλήθεια και ποιος όχι.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο τρόπος με τον οποίο ο Fitzek ενσωματώνει τη φυσιογνωμική στην ιστορία, χωρίς να την περιορίζει απλώς σε ένα εύρημα που εξυπηρετεί την πλοκή. Για τις ανάγκες του «Μίμικ», ο συγγραφέας συνεργάστηκε με τον ειδικό στη γλώσσα του σώματος Dirk Eilert, ώστε να εξασφαλίσει ρεαλισμό και αληθοφάνεια στο έργο του. Η συγκεκριμένη συνεργασία γίνεται αισθητή σε αρκετά σημεία του βιβλίου, καθώς οι παρατηρήσεις της Χάνα γύρω από τις εκφράσεις, τις κινήσεις και τις αντιδράσεις των ανθρώπων δεν παρουσιάζονται επιφανειακά, αλλά συνοδεύονται από λεπτομέρειες που εξηγούν τι μπορεί να κρύβεται πίσω από μια φαινομενικά ασήμαντη αντίδραση. Με αυτόν τον τρόπο, το στοιχείο της φυσιογνωμικής αποκτά ουσιαστικό ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας και παράλληλα προσθέτει μια διαφορετική διάσταση στο μυστήριο. Όσο, όμως, η πλοκή εξελίσσεται και νέα στοιχεία έρχονται συνεχώς στο φως, το μυστήριο γύρω από τη Χάνα γίνεται ολοένα και πιο σύνθετο, με τις τελευταίες αποκαλύψεις να αλλάζουν για ακόμη μία φορά την εικόνα που είχε σχηματίσει ο αναγνώστης για όσα πραγματικά συνέβησαν. Και κάπου εκεί έρχεται το τέλος του βιβλίου αφήνοντας μια αίσθηση σοκ και ανατροπής, προκαλώντας τον αναγνώστη να σκεφτεί τι σημαίνει πραγματικά η αλήθεια και πώς οι άνθρωποι μπορούν να διαστρεβλώσουν την πραγματικότητα. Κλείνοντας, το «Μίμικ» του Sebastian Fitzek είναι ιδανικό για όσους αγαπούν τα ψυχολογικά θρίλερ με γρήγορο ρυθμό και απρόβλεπτες ανατροπές, ενώ οι θεματικές του για την εξαπάτηση και την αλήθεια προκαλούν τον αναγνώστη να σκεφτεί πιο βαθιά για την ανθρώπινη φύση.
Το μυθιστόρημα του Sebastian Fitzek «Μίμικ» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Διόπτρα.



