«Είδατε» είχε πει η γιαγιά, «το ένα κλωνάρι το έσπασα εύκολα, τα τρία μαζί, όμως, είναι πολύ δύσκολο. Εσείς είστε τα τρία κλωνιά». Τους είχε κοιτάξει επίμονα κι έναν – έναν ξεχωριστά, για να σιγουρευτεί ότι την πρόσεχαν. «Μαζί είστε δυνατοί. Χώρια; Αδύναμοι. Αν είστε μονιασμένοι κι αγαπημένοι, κανένας μα κανένας δε θα μπορέσει να σας νικήσει».
Ο Στάθης, ο Αργύρης και ο Μάρκος μεγαλώνουν στο μικρό χωριό Νεράιδα της Αρκαδίας, αρφανεμένοι από μητέρα, αναγκασμένοι να υπομένουν τη βάναυση συμπεριφορά του αυταρχικού πατέρα τους. Μοναδικό τους στήριγμα είναι η γιαγιά τους, η Σταυρούλα, που τους μεγαλώνει σαν δεύτερη μητέρα, με κόπο και αυτοθυσία, και τους μαθαίνει πως μόνο αν παραμείνουν μονιασμένοι και αγαπημένοι μπορούν να ελπίζουν σε ένα καλύτερο μέλλον. Με τις λιγοστές οικονομίες της και την πίστη πως ένας από τους τρεις πρέπει να φύγει για να σωθεί, στέλνει τον Στάθη στην Αθήνα για να βρει την τύχη του, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο και για τους υπόλοιπους. Εκείνος, με μοναδική παρηγοριά τις συμβουλές της γιαγιάς του και με την ελπίδα ότι θα ακολουθήσουν τον ίδιο δρόμο τα αδέρφια του, εγκαθίσταται στους Αμπελόκηπους και βρίσκει δουλειά στη ταβέρνα του Λέττα, όπου, με υπομονή και σκληρή δουλειά, αρχίζει να στήνει τη ζωή του. Για ένα διάστημα παλεύει μόνος, ώσπου τον ακολουθεί και ο Αργύρης, αποφασισμένος να δοκιμάσει κι εκείνος την τύχη του στο πλευρό του αδερφού του.
Τα γεγονότα, όμως, τους προλαβαίνουν. Οι δυνάμεις του Άξονα καταλαμβάνουν την Ελλάδα και η Κατοχή αποκαλύπτει γρήγορα το σκληρό της πρόσωπο, με την πείνα, τον φόβο και τον θάνατο να κυριαρχούν στην καθημερινότητα της πρωτεύουσας. Οι συνθήκες γίνονται ασφυκτικά δύσκολες και η επιστροφή στο χωριό μοιάζει αναπόφευκτη. Πρώτος γυρίζει ο Αργύρης, φέρνοντας μαζί του τα νέα για τον Στάθη και τη ζοφερή πραγματικότητα της Αθήνας. Όμως, η βία της Κατοχής δεν αργεί να φτάσει στη Νεράιδα, όταν αντάρτες εισβάλλουν στο σπίτι της γιαγιάς και δολοφονούν εν ψυχρώ τον θείο τους και την γιαγιά Σταυρούλα, το μοναδικό τους στήριγμα, τη γυναίκα που τους κράτησε όρθιους και ενωμένους. Μέσα σε αυτό το πένθος, ο Στάθης επιστρέφει κι εκείνος στο χωριό, εξαθλιωμένος, κουβαλώντας μαζί του τα σημάδια της πείνας και της δυστυχίας. Ανάμεσα στην απώλεια και την αναστάτωση, τα τρία αδέρφια ανακαλύπτουν πως η μητέρα τους, τους είχε αφήσει ένα κτήμα, μια απρόσμενη κληρονομιά που μοιάζει να ανοίγει μια χαραμάδα ελπίδας. Όμως, η ενότητά τους δοκιμάζεται ξανά, καθώς ο Αργύρης κατατάσσεται στα Τάγματα Ασφαλείας με τους δρόμους τους να χωρίζουν για ακόμη μια φορά. Έτσι, ο Στάθης και ο Μάρκος μένουν πίσω στο χωριό, αντιμέτωποι με ένα μέλλον που φαίνεται αβέβαιο.
Έξι χρόνια μετά, τα αδέρφια παίρνουν ξανά τον δρόμο για την πρωτεύουσα, αυτή τη φορά μαζί με τον Μάρκο, που ανυπομονεί να νιώσει τον παλμό της. Η πόλη που τους υποδέχεται είναι διαφορετική από εκείνη που θυμούνται, πλέον είναι μια Αθήνα που προσπαθεί να αφήσει πίσω της τη σκιά της Κατοχής και του Εμφυλίου και να ξαναβρεί τους ρυθμούς της. Σε αυτή τη νέα Αθήνα, οι τρεις αδερφοί είναι αποφασισμένοι να ξεκινήσουν από την αρχή, γνωρίζοντας πολύ καλά πως τίποτα δεν θα τους χαριστεί. Με επιμονή και πείσμα, κάνουν τα πρώτα τους βήματα στους δρόμους του Μοναστηρακίου και των Χαυτείων, εκεί όπου βρίσκεται η «καρδιά» της αθηναϊκής αγοράς, μαθαίνοντας από την αρχή τους κανόνες του εμπορίου. Σύντομα, και ύστερα από προτροπή ενός έμπειρου εμπόρου, αρχίζουν να γυρίζουν τα πανηγύρια από τόπο σε τόπο. Το εγχείρημα αποδεικνύεται επιτυχημένο και μέσα από αυτή τη διαδρομή αρχίζει να γεννιέται το μεγάλο όνειρο και επιθυμία όλων۰ να αποκτήσουν το δικό τους κατάστημα. Η στιγμή αυτή δεν θα αργήσει να έρθει. Στις 10 Ιανουαρίου 1954, σε έναν από τους πιο πολυσύχναστους δρόμους, το κατάστημα «Ευ. Σκούρας & Αφοί» παίρνει σάρκα και οστά, επισφραγίζοντας έτσι την αρχή μιας νέας πορείας.
Καθώς οι δουλειές τους ανθίζουν και οι εμπορικές τους επιτυχίες διαδέχονται η μία την άλλη, ανθίζουν και οι προσωπικές τους ζωές. Τα αδέρφια παντρεύονται, δημιουργούν οικογένειες και χτίζουν μια καθημερινότητα που μοιάζει να δικαιώνει τους κόπους και τις θυσίες τους. Πίσω όμως από την όμορφη και καλοστημένη βιτρίνα του σωστού οικογενειάρχη και του έντιμου εμπόρου, κρύβονται μυστικά που ούτε οι ίδιοι μοιράζονται μεταξύ τους, ούτε οι σύζυγοί τους γνωρίζουν. Και όσο οι εμπορικές επιτυχίες πληθαίνουν, η ζήλια βρίσκει χώρο να φωλιάσει, δοκιμάζοντας εκείνη την ενότητα που κάποτε τους έσωσε. Πόσο ανθεκτικά είναι, άραγε, τα θεμέλια που κρατούν μια οικογένεια δεμένη; Και τι απομένει όταν αυτά αρχίζουν να φθείρονται και να καταρρέουν σιγά σιγά;
Η Μαίρη Σιάνη-Ντέιβις συστήνεται στο αναγνωστικό κοινό με το μυθιστόρημα «Έντιμος εμπορία» και την ιστορία τριών αδερφών, του Στάθη, του Αργύρη και του Μάρκου Σκούρα που εγκαταλείπουν το χωριό τους, αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον στην πρωτεύουσα. Η αφήγηση ανοίγει σε μια κρίσιμη στιγμή της ζωής τους, το 1977, όταν μια εμπορική συμφωνία του Μάρκου, άγνωστη στα αδέρφια του, έρχεται να διαταράξει τις μεταξύ τους ισορροπίες και να πυροδοτήσει συγκρούσεις. Από αυτό το σημείο και έχοντας ήδη δημιουργηθεί ένα αίσθημα αγωνίας, το μυθιστόρημα επιστρέφει στο 1931, με την συγγραφέα να ξεδιπλώνει από την αρχή την ιστορία της οικογένειας Σκούρα, διατρέχοντας τέσσερις καθοριστικές δεκαετίες της νεότερης ελληνικής ιστορίας, από τον Μεσοπόλεμο και την Κατοχή έως τη Μεταπολίτευση.
Μέσα σε αυτό το εκτεταμένο ιστορικό πλαίσιο, η αφήγηση αναπτύσσεται με σταθερό ρυθμό και με το βλέμμα στραμμένο στα πρόσωπα της ιστορίας, δίνοντας χώρο στα γεγονότα να ακολουθήσουν την πορεία τους. Η γραφή της Σιάνη-Ντέιβις είναι λιτή και προσεκτικά δουλεμένη, με έμφαση στη λεπτομέρεια και στον εσωτερικό κόσμο των χαρακτήρων, χωρίς περιττούς εντυπωσιασμούς. Επιπλέον, ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στον χώρο, ο οποίος δεν λειτουργεί ως απλό σκηνικό αλλά αποτελεί ενεργό στοιχείο της αφήγησης. Η Νεράιδα, παρότι φανταστικό χωριό, αποδίδεται με τέτοια πειστικότητα που θα μπορούσε να είναι απολύτως υπαρκτή, καθώς συμπυκνώνει γνωστά χαρακτηριστικά της ελληνικής υπαίθρου. Παράλληλα, η Αθήνα παρουσιάζεται ως μια πόλη που αλλάζει μαζί με τους ανθρώπους της, φέρνοντας στην επιφάνεια τις αντιθέσεις και τις μεταμορφώσεις της εποχής. Μέσα από τα εμπορικά της στενά, την πλατεία Ομονοίας και από χώρους που εγκαταλείφθηκαν με το πέρασμα του χρόνου, η συγγραφέας αναβιώνει μια πόλη που πλέον έχει αλλάξει ριζικά, δημιουργώντας ένα μοναδικό αίσθημα νοσταλγίας στον αναγνώστη. Μέσα από αυτή τη διαδρομή, η «Έντιμος εμπορία» δεν περιορίζεται στην αφήγηση της πορείας μιας οικογένειας εμπόρων. Αναδεικνύει τις κοινωνικές αντιφάσεις, τις υπόγειες εντάσεις και τα ηθικά διλήμματα μιας χώρας που βρισκόταν σε συνεχή μεταμόρφωση. Στο σύνολό της, η «Έντιμος εμπορία» πρόκειται για να μυθιστόρημα που αξίζει να διαβαστεί όχι μόνο για την ιστορία που αφηγείται, αλλά και για τα ερωτήματα που θέτει γύρω από τις οικογενειακές σχέσεις, τις επιλογές και τις συνέπειες ιδιαίτερα όταν μπαίνουν στη μέση η ζήλια και οι φιλοδοξίες.
Το μυθιστόρημα της Μαίρης Σιάνη–Ντέβις «Έντιμος εμπορία» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη.

