Οι αλλαγές που έχουν γίνει στον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας έχουν αυστηροποιήσει σημαντικά το πλαίσιο των κυρώσεων για τους οδηγούς, με υψηλότερα πρόστιμα και αφαίρεση της άδειας οδήγησης σε μια σειρά παραβάσεων. Η ανάγκη για κανόνες στους δρόμους και αυστηρή αντιμετώπιση των επικίνδυνων συμπεριφορών είναι δεδομένη. Το ερώτημα, όμως, είναι αν η αυστηρότητα συνοδεύεται πάντα και από την απαραίτητη αναλογικότητα.
Γιατί δεν έχουν όλες οι παραβάσεις την ίδια βαρύτητα. Και αυτό είναι κάτι που δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί.
Μια παράβαση που αφορά, για παράδειγμα, τις πινακίδες κυκλοφορίας μπορεί να επισύρει πρόστιμο 350 ευρώ και αφαίρεση της άδειας οδήγησης για 30 ημέρες. Την ίδια στιγμή, η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ μπορεί επίσης να οδηγήσει σε αφαίρεση άδειας, με τις κυρώσεις να κλιμακώνονται ανάλογα με την ποσότητα αλκοόλ.
Και κάπου εδώ γεννιέται ένα εύλογο ερώτημα: είναι πραγματικά συγκρίσιμη η επικινδυνότητα αυτών των παραβάσεων;
Άλλο ένας οδηγός που παραβιάζει έναν κανόνα στάθμευσης, άλλο μια παράβαση που αφορά ένα τυπικό χαρακτηριστικό του οχήματος και εντελώς διαφορετικό ένας οδηγός που βρίσκεται πίσω από το τιμόνι έχοντας καταναλώσει μεγάλη ποσότητα αλκοόλ και μπορεί να αποτελέσει άμεσο κίνδυνο για ανθρώπινες ζωές.
Υπάρχει όμως και μια ακόμη διάσταση: το οικονομικό βάρος των προστίμων. Τα 350, τα 700 ή ακόμη και τα 1.000 ευρώ δεν είναι μικρά ποσά για έναν εργαζόμενο που αμείβεται με τον κατώτατο μισθό, ο οποίος διαμορφώνεται στα 920 ευρώ μικτά. Ένα πρόστιμο εκατοντάδων ευρώ μπορεί επομένως να αντιστοιχεί σε ένα σημαντικό μέρος του μηνιαίου εισοδήματος ενός εργαζομένου. Η αυστηρότητα μπορεί να λειτουργεί αποτρεπτικά, όμως εύλογα τίθεται το ερώτημα αν οι οικονομικές κυρώσεις έχουν πάντα το ίδιο βάρος για όλους.
Και υπάρχει ακόμη κάτι που αξίζει να συζητηθεί: η αφαίρεση της άδειας οδήγησης δεν αποτελεί για όλους απλώς μια ταλαιπωρία. Για έναν επαγγελματία οδηγό, έναν εργαζόμενο που μετακινείται καθημερινά εκτός πόλης ή κάποιον του οποίου η εργασία προϋποθέτει τη χρήση αυτοκινήτου, η απώλεια του διπλώματος για έναν ή περισσότερους μήνες μπορεί να σημαίνει αδυναμία εργασίας και απώλεια εισοδήματος.
Προφανώς, κάθε κανόνας πρέπει να έχει συνέπειες όταν παραβιάζεται. Προφανώς δεν μπορεί να χρησιμοποιείται η επαγγελματική ανάγκη κάποιου ως δικαιολογία για επικίνδυνη οδήγηση. Όμως η ποινή δεν θα πρέπει να είναι μόνο αυστηρή. Θα πρέπει να είναι και ανάλογη της πράξης και του κινδύνου που αυτή δημιουργεί.
Γιατί τελικά τι θέλουμε από τον ΚΟΚ; Έναν κώδικα που απλώς επιβάλλει βαριά πρόστιμα και αφαιρεί διπλώματα ή έναν Κώδικα που ξεχωρίζει την πραγματικά επικίνδυνη συμπεριφορά από την τυπική παράβαση και λειτουργεί ουσιαστικά αποτρεπτικά;
Αντιμετωπίζουμε πραγματικά με την ίδια λογική έναν οδηγό που έκανε μια τυπική παράβαση και έναν οδηγό που πιάνει το τιμόνι έχοντας καταναλώσει μεγάλη ποσότητα αλκοόλ και αποτελεί κίνδυνο



