Ε. Μπολονάση: «Η αστυνομική λογοτεχνία είναι ο καθρέφτης της σύγχρονης κοινωνίας»

Το Πελοποννησιακό Πρακτορείο Ειδήσεων είχε τη χαρά να συνομιλήσει με τη συγγραφέα, δικηγόρο και εγκληματολόγο Ελένη Μπολονάση, με αφορμή την κυκλοφορία του νέου της αστυνομικού μυθιστορήματος «Μια φορά κι ένας φόνος», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μίνωας. Ένα ιδιαίτερο βιβλίο που παντρεύει με ευρηματικό τρόπο τον κόσμο των κλασικών παραμυθιών με εκείνον του εγκλήματος, φωτίζοντας […]

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το Πελοποννησιακό Πρακτορείο Ειδήσεων είχε τη χαρά να συνομιλήσει με τη συγγραφέα, δικηγόρο και εγκληματολόγο Ελένη Μπολονάση, με αφορμή την κυκλοφορία του νέου της αστυνομικού μυθιστορήματος «Μια φορά κι ένας φόνος», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μίνωας. Ένα ιδιαίτερο βιβλίο που παντρεύει με ευρηματικό τρόπο τον κόσμο των κλασικών παραμυθιών με εκείνον του εγκλήματος, φωτίζοντας παράλληλα σύγχρονα κοινωνικά ζητήματα όπως η κακοποίηση ανηλίκων, η αυτοδικία και η αναζήτηση της δικαιοσύνης. Στη συνέντευξη που ακολουθεί, η συγγραφέας μιλά για τη γέννηση της πρωτότυπης ιδέας, τον μυστηριώδη «Παραμυθά», τον αστυνόμο Πετρίδη, τη σχέση της εγκληματολογίας με τη συγγραφή, αλλά και για τη δύναμη των παραμυθιών να μας μιλούν, ακόμη και σήμερα, για το πραγματικό πρόσωπο του καλού και του κακού.

Ακολουθεί η συνέντευξη

Το νέο σας μυθιστόρημα, «Μια φορά κι ένας φόνος», κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μίνωας, συνδυάζοντας με ιδιαίτερο τρόπο δύο φαινομενικά αντίθετους κόσμους, αυτών των παραμυθιών με εκείνον του εγκλήματος. Πως γεννήθηκε αυτή η ιδέα;

Ο κόσμος των παραμυθιών παρουσιάζει με διάφορους τρόπους το κακό και μάλιστα στα παραμύθια είναι προσδιορισμένο με σαφήνεια. Είναι τόσο ξεκάθαρο που ο ήρωας το αναγνωρίζει, το αντιμετωπίζει και πάντα στο τέλος το νικά. Η ιδέα για το «Μια φορά κι ένας φόνος» γεννήθηκε από τη συνειδητοποίηση πως το «ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα» δεν ανταποκρίνεται στη σύγχρονη πραγματικότητα. Το κακό δεν είναι εύκολο να αναγνωριστεί και το καλό δεν κερδίζει πάντα.

Στο βιβλίο συναντάμε γνωστά παραμύθια, όπως τα Τρία Μικρά Γουρουνάκια, τη Ραπουνζέλ και τον Πινόκιο. Τι ήταν αυτό που σας οδήγησε στην επιλογή αυτών των συγκεκριμένων ιστοριών; Υπήρχε κάποιο κοινό στοιχείο που τις συνέδεε με την πλοκή και τον ψυχισμό του δράστη;

Διάλεξα κάποια από τα πιο γνωστά κλασικά παραμύθια, πρώτα γιατί ο αναγνώστης μπορεί εύκολα να ανακαλέσει τα συναισθήματα που του δημιουργούσαν όταν ήταν ο ίδιος παιδί. Αφετέρου, γιατί και ο ίδιος ο δράστης διάβαζε αυτές τις ιστορίες στην παιδική του ηλικία κι έβρισκε σε αυτές καταφύγιο, πιστεύοντας πως όσες δυσκολίες κι αν εμφανιστούν, το τέλος θα είναι πάντα ευτυχισμένο.

Ο δολοφόνος ή όπως αναφέρεται «ο Παραμυθάς» μοιάζει να αποδίδει τη δική του εκδοχή της δικαιοσύνης με το να ξαναγράφει το τέλος των παραμυθιών. Είναι τελικά πιο επικίνδυνοι οι άνθρωποι που πιστεύουν ότι η δικαιοσύνη δεν κάνει σωστά τη δουλειά της και έτσι οδηγούνται στο να την αποδώσουν εκείνοι όπως κρίνουν πιο σωστά;  

Ο «παραμυθάς» νιώθει πως αποδίδει δικαιοσύνη μέσα από το δικό του διαστρεβλωμένο πρίσμα ηθικής, διότι αισθάνεται πως οι Αρχές και η κοινωνία δεν έχουν ανταποκριθεί στον ρόλο τους. Αυτό μπορεί να γίνει εξαιρετικά επικίνδυνο, αφού αν ο καθένας που νιώθει αδικημένος προβαίνει στην αυτοδικία υποκαθιστώντας τον νόμο, θα διαταραχθεί ανεπανόρθωτα η κοινωνική ειρήνη.

Ο αστυνόμος Πετρίδης δεν καλείται μόνο να εξιχνιάσει μια σειρά εγκλημάτων, αλλά κουβαλά και τα δικά του προσωπικά τραύματα, τις απώλειες και τις ενοχές του. Πόσο σημαντικό ήταν για εσάς να δημιουργήσετε έναν ήρωα που δοκιμάζεται τόσο έντονα και σε προσωπικό επίπεδο;

Ήθελα να δημιουργήσω έναν χαρακτήρα ρεαλιστικό, ανθρώπινο, που έχει να αντιμετωπίσει όλες τις προκλήσεις της εργασίας του, ενώ ταυτόχρονα έχει να διαχειριστεί και προσωπικά προβλήματα. Ήταν πολύ σημαντικό να νιώσει ο αναγνώστης ότι ο Πετρίδης είναι ένας άνθρωπος όπως όλοι μας, με ευαισθησίες, αδυναμίες και απόλυτα αφοσιωμένος στην οικογένειά του και την ομάδα του στην αστυνομία.

Η κακοποίηση και η εκμετάλλευση ανηλίκων αποτελούν έναν από τους πιο σκοτεινούς άξονες του μυθιστορήματος. Ως συγγραφέας, αλλά και ως δικηγόρος – εγκληματολόγος, πώς προσεγγίσατε ένα τόσο ευαίσθητο και σκληρό θέμα, ώστε να υπηρετεί την ιστορία χωρίς να χάνει τη σοβαρότητα και τον κοινωνικό του αντίκτυπο;

Η αστυνομική λογοτεχνία είναι ο καθρέφτης της σύγχρονης κοινωνίας και θεωρώ πως αυτός είναι ο μόνος τρόπος να προσεγγίσει κανείς αυτά τα τόσο ευαίσθητα θέματα. Η επαγγελματική μου ιδιότητα μου δίνει τη δυνατότητα να διαχειρίζομαι ρεαλιστικά και με συνέπεια αυτά τα εγκλήματα. Τόσο σχεδιάζοντας το προφίλ του θύτη και των θυμάτων, όσο και παρουσιάζοντας τις διαδικασίες της έρευνας, ώστε ο αναγνώστης να νιώθει πως συμμετέχει κι ο ίδιος στην εξιχνίαση των εγκλημάτων.

Κατά τη συγγραφή του «Μια φορά κι ένας φόνος», υπήρξε κάποια σκηνή ή κάποιος χαρακτήρας που σας «αιφνιδίασε» και ακολούθησε διαφορετική πορεία από αυτή που είχατε αρχικά σχεδιάσει; Υπήρξε κάποια σκηνή ή κάποιο κεφάλαιο που σας δυσκόλεψε συναισθηματικά;

Σε όλη τη διάρκεια της συγγραφής, ο αστυνόμος Πετρίδης με αιφνιδίαζε με τη δύναμη της ψυχής του. Ο «παραμυθάς» με οδήγησε σε ένα σκοτεινό ταξίδι που ήταν αρκετά δύσκολο, καθώς ένα ένα τα κομμάτια του παζλ συνέθεταν την πολύπλοκη ψυχοσύνθεσή του.

Αν γράφατε ακόμα ένα νέο κεφάλαιο για το «Μια φορά κι ένας φόνος», ποιο παραμύθι θα σας γοήτευε περισσότερο για να το μετατρέψετε σε σκηνή εγκλήματος;

Πολύ ενδιαφέρουσα ερώτηση, καθώς πράγματι υπήρχαν μερικά ακόμα παραμύθια που θα ήθελα να μετατρέψω σε σκηνές εγκλήματος. Ένα από αυτά είναι «η Σταχτοπούτα», αλλά και το «Χάνσελ και Γκρέτελ».

Τα αυθεντικά παραμύθια των αδελφών Grimm ήταν πολύ πιο σκοτεινά και βίαια από τις διασκευασμένες εκδοχές με τις οποίες έχουμε μεγαλώσει . Πιστεύετε ότι τα παραμύθια ήταν ανέκαθεν, με έναν τρόπο, οι πρώτες “αστυνομικές ιστορίες” που ακούσαμε ως παιδιά;

Τα παραμύθια ήταν πάντοτε μεταφορείς των πολιτισμικών πεποιθήσεων της κάθε κοινωνίας, φανερώνοντας τον τρόπο που οι άνθρωποι αντιλαμβάνονταν τη σχέση τους με το άγνωστο και το επικίνδυνο. Όπως εύστοχα σημειώνει ο Vladimir Propp, το παραμύθι δημιουργείται μέσα από το κοινωνικό περιβάλλον και τις συνθήκες της αφήγησης. Τα παραμύθια, λοιπόν, ήταν εργαλεία επιβίωσης. Ήταν ο τρόπος των παλαιότερων κοινωνιών να μιλήσουν για το κακό.

Υπάρχει κάποιο παραμύθι που σας συντρόφευσε ως παιδί και το οποίο, με τα μάτια της ενήλικης πλέον Έλενας, διαβάζετε σήμερα με εντελώς διαφορετικό τρόπο;

Όταν ήμουν μικρή μου διάβαζε η μαμά μου αναρίθμητα παραμύθια. Κι όταν έμαθα ανάγνωση, δεν άφηνα να ξεφύγει από τα χέρια μου κανένα παιδικό βιβλίο. Θυμάμαι, όμως, ότι μου άρεσε να ακούω ξανά και ξανά το «ασχημόπαπο». Τώρα πια αισθάνομαι πως από αυτό το παραμύθι ξεκίνησε και όλη η διαδικασία να δημιουργήσω το «Μια φορά κι ένας φόνος». Στα παραμύθια ο πρίγκιπας, η πριγκίπισσα και η καλή νεράιδα είναι πάντα όμορφοι. Η κακιά μάγισσα και ο μοχθηρός εχθρός είναι άσχημοι, παραμορφωμένοι, απωθητικοί. Κι εμείς όμως, ασυνείδητα αξιολογούμε θετικά ένα άτομο ελκυστικό, καλοντυμένο και περιποιημένο, ενώ κρίνουμε πολύ αυστηρότερα όποιον δεν ανταποκρίνεται στα κοινωνικά πρότυπα. Είμαστε προγραμματισμένοι σε αυτό το δίπολο καλού και κακού ώστε γεμάτοι προκαταλήψεις να επιλέγουμε ανθρώπους με βάση το παρουσιαστικό τους. Το «ασχημόπαπο» είναι μια ιστορία που μας λέει ότι το όμορφο δεν είναι πάντα καλό και το αντίστροφο. Επίσης, μας δείχνει ότι η πραγματική ομορφιά είναι μέσα μας και συνδέεται με την καλοσύνη. Με υπομονή και αγάπη αποκαλύπτεται.

Η επαγγελματική σας ενασχόληση με την εγκληματολογία σάς έχει φέρει αντιμέτωπη με πραγματικές ιστορίες και συμπεριφορές. Πόσο επηρεάζει αυτή η εμπειρία τον τρόπο με τον οποίο χτίζετε τους χαρακτήρες, τα κίνητρα και τις ανατροπές στα μυθιστορήματά σας;

Μου δίνει τη δυνατότητα να εμβαθύνω στους χαρακτήρες, να εντοπίζω τα βαθύτερα ψυχολογικά τους κίνητρα και να δημιουργώ την πλοκή με τέτοιο τρόπο, ώστε οι πράξεις των ηρώων να καθορίζονται από την προσωπικότητά τους. Κι επειδή το ταξίδι στο μυαλό του δράστη είναι σκοτεινό και δαιδαλώδες, οι ανατροπές μπορούν να καθηλώσουν τον αναγνώστη.

Τα τελευταία χρόνια συμμετέχετε ενεργά στο Agatha Festival, έναν θεσμό που έχει συμβάλει σημαντικά στην ανάδειξη της αστυνομικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα. Πώς βιώνετε αυτή την εμπειρία και πόσο σημαντικές θεωρείτε τέτοιες πρωτοβουλίες για την ανάπτυξη και τη διάδοση του ελληνικού αστυνομικού μυθιστορήματος;

Το Φεστιβάλ Αστυνομικής Λογοτεχνίας Agatha, όχι μόνο συμβάλλει στην ανάδειξη της αστυνομικής λογοτεχνίας, αλλά έχει καταφέρει να συσπειρώσει το αναγνωστικό κοινό, προσφέροντάς του μοναδικές εμπειρίες. Παρουσιάσεις βιβλίων, ομιλίες για σημαντικά κοινωνικά θέματα, γνωριμία με Έλληνες και ξένους συγγραφείς, παιχνίδια δράσης για μικρούς και μεγάλους, θεατρικές και μουσικές παραστάσεις, είναι μόνο μερικές από τις δράσεις του Φεστιβάλ. Αισθάνομαι πραγματικά τυχερή που συμμετέχω σε αυτή την τόσο σημαντική διοργάνωση που γίνεται κάθε χρόνο τον Μάιο και ευχαριστώ τη διοργανώτρια,  κα Ιωάννα Πετρίδου, γι’ αυτό.

Ως εισηγήτρια σε σεμινάρια δημιουργικής γραφής της Tabula Rasa, έχετε καθοδηγήσει πολλούς επίδοξους συγγραφείς. Ποια είναι η συμβουλή που δίνετε συχνότερα σε κάποιον που θέλει να γράψει το πρώτο του αστυνομικό μυθιστόρημα;

Αποφεύγω να δίνω συμβουλές, γιατί ο κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός και ενεργοποιείται και λειτουργεί με τον δικό του τρόπο. Είμαι δίπλα σε όλους τους φοιτητές μου κάθε φορά που χρειάζεται να κουβεντιάσουμε ένα τεχνικό θέμα, ένα ζήτημα διαδικασίας έρευνας και πάντα τους ενθαρρύνω να ακολουθούν τον δρόμο της καρδιάς τους. Αν εκείνη τους λέει να γράψουν, θα το καταφέρουν.

Όταν ο αναγνώστης γυρίσει την τελευταία σελίδα του «Μια φορά κι ένας φόνος», ποιο είναι το συναίσθημα ή ο προβληματισμός που θα θέλατε ιδανικά να του μείνει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο κλείνοντας το βιβλίο;

Το «Μια φορά κι ένας φόνος» δεν πρόκειται για ιστορίες που συνέβησαν μια φορά κι έναν καιρό, αλλά φωτίζει εκείνες τις πλευρές των παραμυθιών που έμειναν αθέατες για να νιώθουμε ασφαλείς πως η τάξη πάντα αποκαθίσταται. Αναφέρεται στη σύγχρονη εγκληματική σκηνή, σε ζητήματα που απασχολούν όλους μας. Το μήνυμα του βιβλίου είναι αισιόδοξο. Για να πάνε όλα καλά, πρέπει να κοιτάξουμε όλα τα νοσηρά σημεία της κοινωνίας κατάματα. Μόνο έτσι κανένα έγκλημα δεν θα μείνει στο σκοτάδι της αφανούς εγκληματικότητας, κανένα θύμα δεν θα αισθάνεται μόνο και αβοήθητο. Το πραγματικό «ευτυχισμένο τέλος» δεν μας χαρίζεται· το διεκδικούμε καθημερινά μέσα από τη δικαιοσύνη, την αλήθεια και την αλληλεγγύη.

Σας ευχαριστούμε θέρμα τις σκέψεις που μοιραστήκατε μαζί μας. Ευχόμαστε το «Μια φορά κι ένας φόνος» να βρει το δρόμο του στις καρδιές και στις βιβλιοθήκες των αναγνωστών που αγαπούν το αστυνομικό μυθιστόρημα. Και επειδή όπως λέει ένα γνωμικό «κάθε τέλος κρύβει μια νέα αρχή», ποια είναι τα επόμενα συγγραφικά σας σχέδια; Μπορείτε να μας δώσετε μια μικρή γεύση από όσα ετοιμάζετε;

Το επόμενο αστυνομικό μυθιστόρημα ήδη βρίσκεται στη διαδικασία συγγραφής! Σας ευχαριστώ ολόψυχα για την όμορφη συζήτηση και τη φιλοξενία!

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

spot_img
spot_img
spot_img

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Καλοκαιρινή γιορτή με τέχνη και δημιουργία από το ΚΔΑΠμεΑ Τρίπολης

Με μια όμορφη γιορτή γεμάτη τέχνη και δημιουργία, έκλεισε...

Ογδόντα οκτώ παραβάσεις για μη χρήση κράνους βεβαιώθηκαν στην Πελοπόννησο την τελευταία εβδομάδα

Ογδόντα οκτώ παραβάσεις για μη χρήση κράνους βεβαιώθηκαν στην Πελοπόννησο. Η Τροχαία συνεχίζει εντατικά τους ελέγχους για την ενίσχυση της οδικής ασφάλειας.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ