Book Corner: "Συνένοχοι" από τη Νόρα Πυλόρωφ

Τη μέρα εκείνη τη συγκεκριμένη, παραμονή Δεκαπενταύγουστου, που επιβιβάστηκα στο «Ακρόπολις Εξπρές», έβρεχε καταρρακτωδώς, ο ουρανός ήταν κατάμαυρος, νύχτα είχε γίνει η μέρα, και το ταξί που με πήγαινε στον σταθμό προχωρούσε αργά και προσεκτικά. Σφυροκοπούσαν οι σταγόνες σαν λάμες ατσαλένιες το καπό και εξατμίζονταν ακαριαία πάνω στην καυτή λαμαρίνα, βλαστημούσε ο ταξιτζής, «την πίστη μου», κι εγώ έκλαιγα τη μοίρα μου. Προμηνυόταν ταξίδι ανιαρό, τριάντα δύο ώρες μέχρι τη Χαϊδελβέργη, είκοσι οκτώ μέχρι το Μόναχο, ατελείωτο ντάκα ντούκα διαμέσου της Γιουγκοσλαβίας, με όλους τους Σέρβους που ανέβαιναν στο τρένο, κατέκλυζαν κουπέ και διαδρόμους, κουβαλώντας μαζί τους σαλάμια σκορδάτα και κοτόπουλα ψητά και καρβέλια ψωμί.

Και αν μεν είχες καταφέρει να βρεις κουκέτα, ήσουν σε προνομιούχα θέση, τους είχες απ’ έξω, σε κοίταζαν βέβαια ασκαρδαμυκτί, χωρίς ντροπή, από τον διάδρομο, σαν να ’βλεπαν κινηματογραφικό έργο πίσω από το τζάμι του κουπέ, κάνα δυο μάλιστα πιο τολμηροί έκλειναν στα κορίτσια το μάτι, έτυχε να υπάρξουν και κάποιοι που έκαναν πρόστυχες χειρονομίες, ή ξύνονταν επιδεικτικά, ή πασπάτευαν τα πράγματά τους κοιτάζοντας να δουν αν και πώς θα αντιδράσεις.

Χειρότερα ήταν όταν δεν έβρισκες θέση στην κλινάμαξα κι έκλεινες κανονικό εισιτήριο και τους είχες μέσα στο κουπέ. Μιλούσαν δυνατά, λες και το ’καναν επίτηδες, έτρωγαν απίστευτες ποσότητες, και τα γεύματα κρατούσαν ατελείωτο διάστημα. Το ανυπόφορο ήταν όταν έβγαζαν τα παπούτσια τους…

Όταν γέμιζε το τρένο, οι τουαλέτες γίνονταν απρόσιτες, ή αν κατάφερνες να φτάσεις, αφού σε είχαν ακουμπήσει, τσιμπήσει, χουφτώσει, και από μπρος και από πίσω, ανακάλυπτες ότι θα έπρεπε να κάνεις την ανάγκη σου μπροστά σε βλέμματα φιλοθεάμονος κοινού, γιατί οι πόρτες είχαν μαγκώσει από τις ντάνες με τις βαλίτσες που είχαν στηθεί μπροστά τους.

Εμείς οι φοιτητές νιώθαμε μια πολιτισμική ανωτερότητα απέναντι στους Γιουγκοσλάβους, το ίδιο όμως πιθανόν αισθάνονταν και οι Γερμανοί τουρίστες, που τύχαιναν να ταξιδεύουν κι αυτοί σε κουκέτα, λιγοστοί βέβαια τότε, όταν κοίταζαν ή εμάς ή τους συμπατριώτες μας εργάτες αφ’ υψηλού, γιατί θεωρητικά κι οι δικοί μας έβγαζαν τα παπούτσια τους και υπέπιπταν γενικώς σε παρόμοια σφάλματα όπως οι κάτοικοι της γειτονικής μας χώρας.

Αλλά αυτά τότε δεν τα κοιτάζαμε, είχαμε ένα σωρό προκαταλήψεις, τους είχαμε εύκολους τους χαρακτηρισμούς, και επιδιδόμασταν στο άθλημα με μεγάλη ευχαρίστηση.

Κρεμούσαμε λοιπόν ταμπελίτσες στους εκάστοτε συνταξιδιώτες μας, πέντε τον αριθμό κάθε φορά. Φλώρους ή φλωράκια λέγαμε τα παιδιά από καλές οικογένειες• κουβαλούσαν πάντοτε μαζί τους σάντουιτς με φρέσκα στρογγυλά ψωμάκια, με ζαμπόν και κασέρι μέσα, φορές φορές η τσάντα είχε και τυροπιτάκια και φυσικά θερμός με καφέ στο σακίδιο. Φλωράκι ήμουν κι εγώ, αναμφισβήτη­τα, δε θέλω να απαριθμήσω τι κουβαλούσα. Επιστρατεύο­νταν όλες οι προκομμένες θείες και ξαδέλφες, ανάλογα με τις σπεσιαλιτέ τους η καθεμιά, και έφερναν για το ξενιτεμένο παιδί κέικ, κουραμπιέδες και πάστα φλώρα.

Ψείρες λέγαμε τα πιο φτωχαδάκια, πάλι φοιτηταριό, που δούλευαν και σπούδαζαν. Αυτοί κουβαλούσαν ολόκληρο καρβέλι και κονσέρβες, κορν μπιφ ή σαρδέλες στο λάδι. Στην αρχή έριχναν βλέμματα φθόνου στα φρέσκα φραντζολάκια των άλλων, που στην πορεία όμως έπαυαν να είναι ελκυστικά γιατί μούλιαζαν απ’ τη γέμιση και γίνονταν σιχαμερά. Ήταν όμως οι πιο τυχεροί, γιατί το καρβέλι ήταν παντός καιρού, το ίδιο και οι κονσέρβες, και προπάντων η νταμιτζάνα κρασί που συνήθως είχαν μαζί τους, πεσκέσι για κάποιον μαέστρο στο εργοστάσιο όπου δούλευαν, και που συνήθως δεν άντεχαν και του ’βαζαν χέρι από το Βελιγράδι ακόμα. Και φυσικά επωφελούνταν οι πάντες στο κουπέ, καμιά φορά και οι διπλανοί, που έρχονταν απρόσκλητοι και στρογγυλοκάθονταν μαζί μας. Έξι άτομα λοιπόν, ετερόκλητα, συνήθως νέα, αλλά όχι απαραίτητα, συνήθως φοιτητές, αλλά όχι πάντοτε, έπρεπε να στριμωχθούν σ’ ένα κουβούκλιο λίγων κυβικών συν τα μπαγκάζια, τις βαλίτσες, τα σακίδια, τις νταμιτζάνες, τις καλαθούνες, και καμιά φορά μαζί με μικρούς και μεγάλους τενεκέδες και χαρτονένια κιβώτια που περιείχαν τρόφιμα και που συχνά μουσκεύονταν από το περιεχόμενό τους. Έξι οι κουκέτες, τρεις από κάθε μεριά, η μια πάνω στην άλλη, στη δεύτερη και στην τρίτη ανέβαινες από μια μικρή μεταλλική ανεμόσκαλα, και κατά τη διάρκεια της ημέρας οι μεσαίες κουκέτες κατέβαιναν και γίνονταν ακουμπιστήρια για την πλάτη.

Τις νύχτες δυσκόλευαν τα πράγματα και συνέβαιναν πολλά, και συχνά τραγελαφικά. Οι ξένες μισογδύνονταν και ανέβαιναν στην επάνω κουκέτα, και έζησα επανειλημμένα με τα μάτια μου και με τα αυτιά μου τα «θου, Κύριε, φυλακήν τω στόματί μου» που διαδραματίζονταν δέκα πόντους κάτω απ’ το ταβάνι του κουπέ. Δεν υπήρχε όμως επιλογή. Κάποιοι το ευχαριστιόνταν κιόλας. Άκουγες τις χίλιες μύριες προστυχιές, ρεπερτόριο πειραγμάτων, υπονοούμενων και αναστεναγμών που σήμερα, λόγω της εξέλιξης των ηθών, έχουν βγει εκτός χρήσης και ισχύος. Τότε βέβαια όλα αυτά ήταν στην ημερήσια διάταξη.

Εμάς τις Ελληνίδες οι δικοί μας δε μας πείραζαν• άγραφος νόμος. Βέβαια αν έβλεπαν ότι κάποια κουνούσε την ουρά της, δε δίσταζαν, αλλά τι τα θες, γνωριμίες των δύο ημερών, ποιος τις χρειαζόταν; Εμείς αυτό που ζητούσαμε ήταν δεσμός με προοπτικές γάμου. Όλα τ’ άλλα ήταν πουτανιές, κι εμείς κρατούσαμε το κούτελο του μπαμπά μας καθαρό, χωρίς ύποπτα εξογκώματα που θα παρέπεμπαν σε έκλυτη συμπεριφορά των θηλυκών της οικογενείας. Κλασική η ατάκα του πατέρα στο σπίτι μας –«εγώ το κούτελό μου το έχω καθαρό»–, τόσο κλασική, που κάθε φορά, έπειτα από κάθε παρασπονδία, ατόπημα, ολίσθημα, η ματιά μου καρφωνόταν στο επίμαχο σημείο, γεμάτη αγωνία, μπας και έχουν φυτρώσει κερατάκια. Αγωνία βέβαια είχαν και απ’ την εδώ πλευρά του φράχτη, τους έτρωγε το μαράζι του ξενιτεμένου παιδιού και ο φόβος του παραστρατήματος, υπήρχαν και οι καλοθελητές, «…όλες οι Ελληνίδες στη Γερμανία με μαύρους τραβιούνται, το κάνουν, ντε, όλες κατρακύλησαν, όλες, άκου που σου λέω, μου το ’πε ένας ξάδελφος που ξέρει κάποιον που ταξιδεύει με νταλίκα, μέσα στα πράματα ο τύπος, εσύ εμένα ν’ ακούς, ξέρω τι σου λέω…». Παπόρι ο μπαμπάς, τα ’βαζε με τη μαμά, «εσύ φταις, εσύ φαγώθηκες να τη στείλουμε, λες και δεν είχε πανεπιστήμια η Ελλάδα, άκου τα τώρα!».

Και δεν ήταν μόνο αυτό. Ήταν και τα πολιτικά. Έβραζε η Γερμανία από αντιστασιακούς, «κουμμούνια αμετανόητα, τους στέλνουν οι γονείς να σπουδάσουν κι αυτοί τη βγάζουν στα συλλαλητήρια και στις προκηρύξεις, στο πρώτο έτος είναι ακόμα. Εσύ πρόσεχε, καμιά σχέση μ’ αυτούς, τι θες, να χάσει τη θέση του ο μπαμπάς σου, να του κάνουν καμιά δυσμενή, να τον στείλουν στα σύνορα; Μη διανοηθείς να πας κανένα ταξίδι σε καμιά Πράγα, σε καμιά Βουδαπέστη, ας είναι πάμφθηνα… και σαν; Τι κι αν πηγαίνουν οι συμφοιτητές σου; Κάθε αρνί απ’ το μπατζάκι του κρέμεται, αυτούς θα κοιτάζεις; Να σπουδάσεις πήγες, όχι να κάνεις ταξίδια αναψυχής!».

Με κουκούλωναν λοιπόν με νουθεσίες, συμβουλές, ορμήνειες απ’ τη μια, πουλόβερ, εσάρπες, σκουφάκια πλεγμένα στο χέρι απ’ την άλλη, με γεμάτες βαλίτσες έφευγα κάθε φορά, και στ’ αυτιά μου να βουίζουν οι τελευταίες οδηγίες προς ναυτιλλομένους, στην περίπτωσή μου προς ταξιδιώτες του τρένου: «Μην κατέβεις σε καμιά στάση και φύγει το τρένο και σ’ αφήσει, μη βγάλεις το κεφάλι απ’ το παράθυρο, μη σταθείς στο ρεύμα…».

Πού να φαντάζονταν πόσο επίκαιρες, με έναν αρρωστημένο τρόπο, θα γίνονταν οι νουθεσίες τους εκείνη τη συγκεκριμένη μέρα που ξεκινήσαμε από τη Σαλονίκη με καταρρακτώδη βροχή, με ουρανό που έλεγες ότι κατέβηκε μαύρος και απειλητικός να καταστρέψει τη γη, με σκοτεινιά, απομεσήμερο ήταν κι έδειχνε νύχτα, προμήνυμα δυσοίωνο γι’ αυτό που θα ακολουθούσε.

Πέρασαν χρόνια πολλά από τότε, κουβαλάμε πια τη ζωή μας στην πλάτη μας, λιγοστό το μέλλον που μας υπολείπεται, κρύφτηκε εκείνη η μέρα ανάμεσα στα φυλλοκάρδια μου, την κλείδωσα, τη σφράγισα, κι η ζωή μου πήρε τον δρόμο της, γεμάτη τραύματα και θαύματα. Τάχα την έφτιαξα εγώ, έτσι πίστευα δηλαδή, πήρα, λέει, τα χα-λινάρια και οδήγησα τον αραμπά σε μονοπάτια περισσότερο ή λιγότερο κακοτράχαλα, μόνο που σήμερα, που λέω ότι ορίζω τη ζωή μου –λέω, γιατί στην πραγματικότητα ποιος την ορίζει; Φάνηκε κι αυτό τα τρία τελευταία χρόνια, που μας πήρε και μας σήκωσε η κρίση, και αλαφιαστήκαμε όλοι, όλοι μαζί κι ο καθένας μας χωριστά– λέω λοιπόν ότι, όσο κι αν έκρυψα, όσο κι αν σφάλισα τα μάτια μου, αυτό ήταν πάντα εκεί, πανταχού παρόν, παντοδύναμο, δηλητήριο σκέτο. Ασαφής εικόνα με αλλοιωμένα περιγράμματα και χρώματα, κίτρινο και φως, κακό φως, και πράσινο και μουντάδα, όπως όταν λιποθυμάς και μαυρίζουν όλα μπροστά στα μάτια σου.

Γιατί άραγε παράτησα τότε τη Νομική; Τρία χρόνια χαμένα, τόσα έξοδα, «εμάς δε μας σκέφτηκες πώς τα μα-ζεύουμε να σου στέλνουμε κάθε μήνα το έμβασμα;», και δίκιο είχαν, δεν είναι ότι δεν είχαν, όλα τα δίκια δικά τους. Μόνο που δεν ήθελα ή δεν μπορούσα, δε θυμάμαι πια. Και γιατί μετά ως λύση η ψυχολογία;

Ήταν κι εκείνα τα όνειρα που δε μ’ άφηναν, κάθε νύχτα το ίδιο όνειρο, με μικρές παραλλαγές, εφιάλτης και ηδονή μαζί • ούτε εφιάλτες είχα μέχρι τότε ούτε από ηδονές ήξερα. Τη λέξη την ήξερα, το περιεχόμενό της ήταν που αγνοούσα. Το ’μαθα και γλυκάθηκα. Απ’ τα όνειρα. Ή από τους εφιάλτες. Όπως το πάρεις.

Όσο για τους άλλους, τους συνταξιδιώτες μου, δε μ’ ένοιαζε, ούτε επεδίωξα επαφή μαζί τους. Εκείνοι ήταν που κάποια στιγμή στη ζωή τους ζήτησαν να με βρουν. Να κάνουμε τι; Να δώσουμε ο ένας στον άλλο άφεση αμαρτιών και να συνεχίσουμε τις ζωές μας;

Άκαρπες συναντήσεις, αυτό να σιγοκαίει κάτω από την επιφάνεια κι εμείς να μιλάμε για παιδιά και για σχολεία και για καριέρες και για κιλά που μπήκαν και για ρυτίδες που χαράχτηκαν.

Μόνο που εγώ ήξερα, το ένιωθα όλα αυτά τα χρόνια ότι κάποια στιγμή θα τον πληρώναμε τον λογαριασμό, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο θα τον πληρώναμε…

Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο "Συνένοχοι" της Νόρας Πυλόρωφ. Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ψυχογιός.

Προσθήκη σχολίου

Make sure you enter the (*) required information where indicated.Basic HTML code is allowed.

logofootermedia