Book Corner: "Ο Ιεροκήρυκας" της Camilla Lackberg

H μέρα ξεκίνησε με ευοίωνες προοπτικές. Ξύπνησε νωρίς, πριν από την υπόλοιπη οικογένεια, και κατάφερε να γλιστρήσει έξω απαρατήρητος, αφού πρώτα ντύθηκε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε. Πήρε επίσης μαζί του το κράνος της ιπποτικής πανοπλίας του και το ξύλινο σπαθί, που το κράδαινε ευτυχισμένος καθώς κάλυπτε τρέχοντας τα εκατό μέτρα από το σπίτι μέχρι τη Χαράδρα του Βασιλιά. Σταμάτησε για μια στιγμή και κοίταξε με δέος την απόκρημνη σχισμή που έκοβε στη μέση τον βραχώδη σχηματισμό. Το πλάτος της, η απόσταση δηλαδή ανάμεσα στους δύο βράχους που υψώνονταν καμιά δεκαριά μέτρα προς τον ουρανό, εκεί που μόλις είχε αρχίσει να σκαρφαλώνει ο καλοκαιρινός ήλιος, ήταν δύο μέτρα. Τρεις μεγάλοι ογκόλιθοι είχαν σφηνωθεί για πάντα στη μέση της σχισμής, κι αυτό ήταν ένα εντυπωσιακό θέαμα. Η τοποθεσία ασκούσε μαγική έλξη σ’ έναν εξάχρονο. Το γεγονός ότι του απαγόρευαν να πηγαίνει μόνος του εκεί την έκανε ακόμα πιο ελκυστική.

Πήρε το όνομά της όταν ο Όσκαρ Β΄ επισκέφτηκε τη Φιελμπά­κα, στα τέλη του 19ου αιώνα, αλλά αυτό ήταν κάτι που εκείνος ούτε το ήξερε ούτε τον ενδιέφερε, καθώς γλιστρούσε αργά μέσα στις σκιές με το ξύλινο σπαθί του έτοιμο για επίθεση. Βέβαια, του είχε πει ο πατέρας του ότι οι σκηνές από το Χάσμα της Κόλασης στην ταινία Ρόνια, η κόρη του ληστή είχαν γυριστεί στη Χαράδρα του Βασιλιά, και όταν παρακολούθησε και ο ίδιος την ταινία ένιωσε ένα μικρό γαργαλητό στο στομάχι σαν είδε τον αρχιληστή Μάτις να διασχίζει έφιππος τη χαράδρα. Μερικές φορές παρίστανε ότι ήταν κι αυτός ένας από τους ληστές εκεί, αλλά σήμερα ήταν ιππότης. Ιππότης της Στρογγυλής Τραπέζης, όπως σ’ εκείνο το όμορφο πολύχρωμο βιβλίο που του είχε χαρίσει η γιαγιά στα γενέθλιά του.

Κινήθηκε αθόρυβα και προσεχτικά πάνω από τους μεγάλους βράχους που κάλυπταν το έδαφος και ετοιμάστηκε, με μόνα όπλα το κουράγιο και το σπαθί του, να επιτεθεί στον τεράστιο δράκο που έβγαζε φωτιές από το στόμα. Ο καλοκαιρινός ήλιος δεν έφτανε μέχρι κάτω στη χαράδρα, κι αυτό την έκανε ψυχρή και σκοτεινή. Τέλειο μέρος για δράκους. Σύντομα το αίμα θα έτρεχε ποτάμι από τον λαιμό του δράκου, και έπειτα από έναν παρατεταμένο αγώνα ζωής ή θανάτου θα σωριαζόταν νεκρός μπροστά στα πόδια του. 

Του τράβηξε την προσοχή κάτι που είδε με την άκρη του ματιού του. Πίσω από έναν μεγάλο βράχο φαινόταν ένα κομμάτι από κόκκινο ύφασμα, και η περιέργειά του μεγάλωσε. Ο δράκος μπορούσε να περιμένει. Ίσως να υπήρχε ένας κρυμμένος θησαυρός εκεί πέρα. Πήρε φόρα, πήδηξε πάνω στον βράχο και κοίταξε κάτω, από την άλλη πλευρά του. Για λίγο έχασε την ισορροπία του και κόντεψε να πέσει προς τα πίσω, αλλά ύστερα από μερικά δευτερόλεπτα, αφού ταλαντεύτηκε αρκετές φορές ανεμίζοντας τα χέρια του, την ξαναβρήκε. Αργότερα δεν θα παραδεχόταν ότι φοβήθηκε, αλλά ακριβώς εκείνη τη στιγμή είχε αισθανθεί τον μεγαλύτερο φόβο της εξάχρονης ζωής του. Μια κυρία κείτονταν εκεί και τον περίμενε. Ξαπλωμένη ανάσκελα, είχε το βλέμμα καρφωμένο πάνω του. Η πρώτη σκέψη που έκανε ενστικτωδώς ήταν να το βάλει στα πόδια, πριν προλάβει εκείνη να τον τσακώσει να παίζει σ’ ένα μέρος όπου δεν επιτρεπόταν. Ίσως να τον ανάγκαζε να της πει πού έμενε και να τον πήγαινε, σέρνοντάς τον, στη μαμά και τον μπαμπά, οι οποίοι θα θύμωναν πολύ και θα τον ρωτούσαν – όπως σε βλέπω και με βλέπεις– πόσες φορές τού είχαν πει ότι απαγορευόταν να πηγαίνει στη Χαράδρα του Βασιλιά χωρίς να τον συνοδεύει κάποιος ενήλικας.

Το περίεργο όμως ήταν ότι εκείνη η κυρία δεν κουνιόταν καθόλου. Ούτε ρούχα φορούσε, και για μια στιγμή ένιωσε ντροπή που στεκόταν και κοίταζε μια γυμνή κυρία. Το κόκκινο που είχε δει δεν ήταν κομμάτι από ύφασμα αλλά κάτι μουσκεμένο ακριβώς δίπλα της, ενώ δεν έβλεπε πουθενά τα ρούχα της. Ήταν πολύ παράξενο να κείτεται εκεί γυμνή. Άλλωστε, έκανε πολύ κρύο εκεί κάτω.

Μετά, κάτι απίθανο του πέρασε από το μυαλό: Ότι η κυρία ίσως να ήταν νεκρή! Δεν μπορούσε να βρει άλλη εξήγηση για την ακινησία της. Αυτή η ξαφνική συνειδητοποίηση τον έκανε να πηδήξει από τον βράχο και να υποχωρήσει αργά προς το στόμιο της χαράδρας. Αφού απομακρύνθηκε κάνα δυο μέτρα από τη νεκρή γυναίκα, έκανε μεταβολή και έτρεξε στο σπίτι όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Δεν τον ένοιαζε πια αν θα τον μάλωναν.

Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο "Ο Ιεροκήρυκας" της Camilla Lackberg. Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο.

Προσθήκη σχολίου

Make sure you enter the (*) required information where indicated.Basic HTML code is allowed.

logofootermedia