Book Corner: "Το κορίτσι από τη Γερμανία" του Armando Lucas Correa

Βερολίνο, 1939

Ήμουν σχεδόν δώδεκα χρονών όταν αποφάσισα να σκοτώσω τους γονείς μου.

Το είχα πάρει απόφαση. Θα έπεφτα δήθεν για ύπνο και θα περίμενα ώσπου να αποκοιμηθούν εκείνοι. Ήταν εύκολο να το καταλάβω, μιας και ο μπαμπάς κλείδωνε πάντα τα βαριά διπλά παραθυρόφυλλα κι έκλεινε τις χοντρές πρασινομπρούντζινες κουρτίνες. Κατόπιν επαναλάμβανε τα ίδια πράγματα που έλεγε κάθε βράδυ μετά το δείπνο, που εκείνες τις μέρες είχε φτάσει στο σημείο να αποτελείται από ένα αχνιστό μπολ άνοστης σούπας και ίσως κάνα ξεροκόμματο.

«Δεν μπορεί να γίνει τίποτα. Όλα τέλειωσαν. Πρέπει να φύγουμε».

Τότε η μαμά θα έβαζε τις φωνές, κατηγορώντας τον με τσιριχτή φωνή. Θα βημάτιζε νευρικά σε όλο το διαμέρισμα - το μικροσκοπικό της φρούριο καταμεσής μιας πόλης που βυθιζόταν και το μόνο μέρος που έβλεπε εδώ και περισσότερο από τέσσερις μήνες– ώσπου, αποκαμωμένη, θα αγκάλιαζε τον μπαμπά και θα κόπαζαν επιτέλους τα ασθενικά βογκητά της.

Εγώ θα περίμενα μια δυο ώρες. Εκείνοι δεν θα πρόβαλλαν καμία αντίσταση. Ήξερα πως ο μπαμπάς είχε παραιτη- θεί ήδη και ήταν πρόθυμος να φύγει. Η μαμά θα ήταν πιο δύσκολη, αλλά, με τόσα υπνωτικά χάπια που έπαιρνε, πολύ σύντομα θα κοιμόταν βαριά, βυθισμένη στα αιθέρια έλαιά της από γιασεμί και γεράνι. Παρότι σταδιακά είχε αυξήσει τη δοσολογία, ξυπνούσε και πάλι κλαίγοντας μέσα στη νύχτα. Εγώ έτρεχα να δω τι είχε συμβεί, αλλά το μόνο που διέκρινα από τη μισάνοιχτη πόρτα ήταν η μαμά να κλαίει απαρηγόρητη στην αγκαλιά του μπαμπά, σαν κοριτσάκι που είδε μόλις έναν φριχτό εφιάλτη. Μόνο που εκείνη ζούσε τον εφιάλτη ξύπνια.

Κανείς δεν άκουγε πια τα κλάματα και τις φωνές μου, κανείς δεν ασχολούνταν με αυτά. Ο μπαμπάς μού έλεγε πως ήμουν δυνατή. Πως θα επιζούσα ό,τι κι αν γινόταν. Όχι, όμως, και η μαμά. Ο πόνος τής κατέτρωγε τα σωθικά. Ήταν σαν παιδί κλεισμένο σ’ ένα σπίτι όπου δεν επιτρεπόταν πια να μπει το φως του ήλιου. Επί τέσσερις μήνες έκλαιγε γοερά κάθε βράδυ, από τότε που η πόλη είχε καλυφθεί από σπασμένα τζάμια και είχε πλημμυρίσει από τη μόνιμη αποφορά του μπαρουτιού, του μετάλλου και του καπνού. Τότε ήταν που άρχισαν να σχεδιάζουν την απόδρασή μας. Αποφάσισαν ότι θα εγκαταλείπαμε το σπίτι όπου είχα γεννηθεί και μου απαγόρευσαν να πηγαίνω στο σχολείο, όπου κανένας δεν με έκανε πια παρέα. Μετά ο μπαμπάς μού έδωσε τη δεύτερη φωτογραφική μηχανή μου.

«Για να μπορείς ν’ αφήσεις πίσω έναν μίτο της Αριάδνης ώστε να βγεις από τον λαβύρινθο…» ψιθύρισε.

Τόλμησα να βάλω με τον νου μου ότι θα ήταν καλύτερο να απαλλαγώ από αυτούς.

Σκέφτηκα να διαλύσω ασπιρίνη μέσα στο φαγητό του μπαμπά ή να κλέψω τα υπνωτικά χάπια της μαμάς – ούτε εβδομάδα δεν θα έβγαζε χωρίς τα χάπια της. Το μόνο πρόβλημα ήταν, πάνω απ’ όλα, οι αμφιβολίες μου. Πόσες ασπιρίνες θα έπρεπε να καταπιεί για να πάθει διάτρηση στομάχου και να πεθάνει από εσωτερική αιμορραγία; Πόσο καιρό θα μπορούσε πραγματικά να επιζήσει άυπνη η μαμά; Ούτε κουβέντα για οποιαδήποτε αιματηρή μέθοδο – η θέα του αίματος μου ήταν ανυπόφορη. Έτσι, το καλύτερο θα ήταν να πεθάνουν από ασφυξία. Να τους πνίξω με ένα τεράστιο πουπουλένιο μαξιλάρι. Η μαμά πάντα έλεγε ότι το όνειρό της ήταν να πεθάνει αναπάντεχα στον ύπνο της. «Δεν αντέχω τους αποχωρισμούς», έλεγε, εστιάζοντας το βλέμμα της πάνω μου – ή, αν δεν άκουγα, με άρπαζε από το μπράτσο και το ζουλούσε με τη λίγη δύναμη που της είχε απομείνει.

Μια νύχτα ξύπνησα αιφνίδια με την αίσθηση πως είχα διαπράξει ήδη το έγκλημά μου. Έβλεπα τα άψυχα κορμιά των γονιών μου, ανήμπορη να χύσω έστω ένα δάκρυ. Ένιωσα ελεύθερη. Τώρα δεν θα υπήρχε κανείς να με υποχρεώσει να μετακομίσω σε κάποια βρομογειτονιά, να αφήσω πίσω τα βιβλία μου, τις φωτογραφίες μου, τις φωτογραφικές μηχανές μου, να ζω με τον τρόμο μήπως με δηλητηριάσουν οι ίδιοι μου οι γονείς.
Άρχισα να τρέμω. Φώναξα «Μπαμπά!», αλλά κανένας δεν ήρθε να με σώσει. «Μαμά!» Δεν υπήρχε επιστροφή. Τι είχα καταντήσει; Πώς είχα πέσει τόσο χαμηλά; Τι θα έκανα με τα πτώματά τους; Πόσο καιρό θα έπαιρνε ώσπου να αποσυντεθούν;

Όλοι θα πίστευαν πως είχαν αυτοκτονήσει. Κανείς δεν θα το αμφισβητούσε. Ως τότε οι γονείς μου υπέφεραν ήδη επί τέσσερις μήνες. Οι άλλοι θα με έβλεπαν σαν ορφανό• εγώ θα με έβλεπα σαν φόνισσα. Το έγκλημά μου υπήρχε στα λεξικά. Το έψαξα. Τι φριχτή λέξη. Ανατρίχιασα και μόνο λέγοντάς τη: «Γονεοκτόνος». Προσπάθησα να την επαναλάβω, αλλά δεν μπορούσα. Ήμουν μια φόνισσα.

Ήταν εύκολο να εξακριβωθεί το δικό μου έγκλημα, η δική μου ενοχή, το δικό μου μαρτύριο. Αλλά των γονιών μου, που προσπαθούσαν να με ξεφορτωθούν; Πώς λεγόταν αυτός που είχε σκοτώσει τα παιδιά του; Μήπως αυτό ήταν τόσο τρομερό έγκλημα ώστε δεν υπήρχε καν λέξη να το περιγράψει στο λεξικό; Αυτό σήμαινε πως εκείνοι ίσως γλίτωναν. Ενώ εγώ θα έπρεπε να σηκώσω το βάρος του θανάτου και μιας αηδιαστικής λέξης. Μπορούσες, φαίνεται, να σκοτώσεις τους γονείς σου, τους αδελφούς και τις αδελφές σου. Αλλά όχι τα παιδιά σου.

Περιφέρθηκα σαν θηρευτής στα δωμάτια, που φάνταζαν ολοένα και πιο σκοτεινά στα μάτια μου, ενός σπιτιού που σύντομα δεν θα ήταν πια δικό μας. Σήκωσα το βλέμμα προς το ψηλό, απρόσιτο ταβάνι, διέσχισα διαδρόμους σπαρμένους με εικόνες μιας οικογένειας που λίγο λίγο εξαφανιζόταν. Το γλαυκό φως της λάμπας από τη βιβλιοθήκη του μπαμπά τρύπωνε στον διάδρομο όπου στεκόμουν αποπροσανατολισμένη, ανήμπορη να κουνηθώ. Είδα τα χλωμά χέρια μου να γίνονται χρυσαφιά.

Άνοιξα τα μάτια και βρέθηκα στο ίδιο υπνοδωμάτιο, περιτριγυρισμένη από πολυχρησιμοποιημένα βιβλία και κούκλες με τις οποίες δεν είχα παίξει ούτε και θα έπαιζα ποτέ. Έκλεισα τα μάτια μου και αισθάνθηκα ότι δεν θα αργούσε πια η ώρα που θα δραπετεύαμε, προς άγνωστο προορισμό, πάνω σ’ ένα πελώριο υπερωκεάνιο, από κάποιο λιμάνι αυτής της χώρας στην οποία ποτέ δεν ανήκαμε.

Τελικά δεν σκότωσα τους γονείς μου. Δεν χρειάστηκε. Στο τέλος οι ένοχοι ήταν ο μπαμπάς και η μαμά. Με εξανάγκασαν να ριχτώ κι εγώ στην άβυσσο μαζί τους.

Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο "Το κορίτσι από τη Γερμανία" του Armando Lucas Correa. Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Διόπτρα.

 

Προσθήκη σχολίου

Make sure you enter the (*) required information where indicated.Basic HTML code is allowed.

logofootermedia