Book Corner: "Και μετά έμεινα μόνος" της Rhiannon Navin

Αυτό που θυμόμουν αργότερα, περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο, από τη μέρα που ήρθε ο ένοπλος, ήταν η ανάσα της δασκάλας μου, της κυρίας Ράσελ. Ήταν καυτή και μύριζε καφέ. Στην ντουλάπα επικρατούσε σκοτάδι εκτός από ένα αμυδρό φως που τρύπωνε απ’ τη χαραμάδα της πόρτας, την οποία η κυρία Ράσελ κρατούσε κλειστή από μέσα. Δεν υπήρχε χερούλι απ’ την εσωτερική πλευρά, μόνο ένα ξεχαρβαλωμένο μεταλλικό κομμάτι· το τραβούσε με τον αντίχειρα και τον δείκτη της.

«Μείνε εντελώς ακίνητος, Ζακ», ψιθύρισε. «Μην κουνηθείς.»

Έμεινα ακίνητος παρότι το αριστερό μου πόδι είχε μουδιάσει και πονούσε πολύ, επειδή καθόμουν πάνω σ’ αυτό.

Η ποτισμένη με τον καφέ ανάσα της κυρίας Ράσελ άγγιζε το μάγουλό μου κάθε φορά που μιλούσε, και αυτό μ’ ενοχλούσε λίγο. Τα δάχτυλά της έτρεμαν κολλημένα πάνω στο μεταλλικό κομμάτι. Έπρεπε να μιλάει στην Εβάντζελιν και τον Ντέιβιντ και την Έμα, που βρίσκονταν πίσω από εμένα στην ντουλάπα, επειδή έκλαιγαν πολύ και δεν κάθονταν ακίνητοι.

«Είμαι εδώ μαζί σας, παιδιά», είπε η κυρία Ράσελ. «Εγώ θα σας προστατέψω. Σσς, σας παρακαλώ, κάντε ησυχία.» Το μόνο που ακούγαμε συνέχεια απέξω ήταν τα μπαμ. Και τα ουρλιαχτά.

ΜΠΑΜ ΜΠΑΜ ΜΠΑΜ

Έμοιαζαν πολύ με τους ήχους απ’ το Star Wars που παίζω μερικές φορές στο Xbox.

ΜΠΑΜ ΜΠΑΜ ΜΠΑΜ

Πάντα τρία μπαμ και μετά σιωπή ξανά. Σιωπή ή ουρλιαχτά. Η κυρία Ράσελ αναπηδούσε ελαφρά κάθε φορά που ακουγόταν ένα μπαμ και ψιθύριζε πιο γρήγορα. «Μη βγάλετε άχνα!» Η Εβάντζελιν είχε λόξιγκα.

ΜΠΑΜ Χικ ΜΠΑΜ Χικ ΜΠΑΜ Χικ

Νομίζω ότι κάποιος κατουρήθηκε πάνω του, επειδή υπήρχε μια περίεργη μυρωδιά μέσα στην ντουλάπα· απ’ την ανάσα της κυρίας Ράσελ και τα κατουρλιά, και απ’ τα μπουφάν που ήταν ακόμα νοτισμένα από τη βροχή την ώρα του διαλείμματος. «Δεν έχει νόημα να παίξετε έξω», είχε πει η κυρία Κόλαρις. «Γιατί; Από ζάχαρη είμαστε;» Η βροχή δεν μας ενοχλούσε. Παίξαμε ποδόσφαιρο, κλέφτες κι αστυνόμους, και τα μαλλιά μας βράχηκαν, το ίδιο και τα μπουφάν μας. Προσπάθησα να γυρίσω απ’ την άλλη και ύψωσα το χέρι μου ν’ αγγίξω τα μπουφάν για να δω αν ήταν ακόμα πολύ βρεγμένα.

«Μην κουνιέσαι», μου ψιθύρισε η κυρία Ράσελ. Άλλαξε χέρι για να συνεχίσει να κρατάει την πόρτα κλειστή, και τα βραχιόλια της χόρεψαν σαν κουδουνάκια. Η κυρία Ράσελ πάντα φοράει πολλά βραχιόλια στο δεξί της χέρι. Σε μερικά από αυτά κρέμονται μικρά πραγματάκια που τα λένε φυλαχτά και της θυμίζουν ξεχωριστές στιγμές. Κάθε φορά που πηγαίνει διακοπές, πάντα αγοράζει ένα καινούριο φυλαχτό για αναμνηστικό. Όταν ξεκινήσαμε στην πρώτη τάξη, μας έδειξε όλα τα φυλαχτά της και μας είπε από πού είχε πάρει το καθένα. Το πιο καινούριο, εκείνο που είχε αγοράσει στις καλοκαιρινές της διακοπές, ήταν μια βάρκα. Έμοιαζε με μια μικροσκοπική έκδοση της βάρκας στην οποία είχε ανέβει για να δει από πολύ κοντά κάτι τεράστιους καταρράκτες που ονομάζονται καταρράκτες του Νιαγάρα και βρίσκονται στον Καναδά.

Το αριστερό μου πόδι είχε αρχίσει πραγματικά να με πονάει πολύ. Προσπάθησα να το κουνήσω ελάχιστα, ώστε να μην το πάρει είδηση η κυρία Ράσελ.

Μόλις είχαμε μπει στην τάξη μετά το διάλειμμα και είχαμε κρεμάσει τα μπουφάν μας στην ντουλάπα. Στη συνέχεια, βγάλαμε τα βιβλία των μαθηματικών και τότε ξεκίνησαν να ακούγονται τα ΜΠΑΜ. Στην αρχή δεν τα ακούγαμε δυνατά –έμοιαζαν να έρχονται απ’ την άλλη άκρη του διαδρόμου, μπροστά, εκεί όπου βρίσκεται το γραφείο του Τσάρλι. Όταν έρχονται να σε πάρουν οι γονείς πριν απ’ το σχόλασμα ή απ’ το γραφείο της νοσοκόμας, πάντα σταματούν στο γραφείο του Τσάρλι, γράφουν το όνομά τους, δείχνουν το δίπλωμα οδήγησής τους και μετά πρέπει να κρεμάσουν στον λαιμό τους ένα καρτελάκι με ένα κόκκινο κορδόνι που γράφει ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ.

Ο Τσάρλι είναι ο φύλακας στο Μακίνλεϊ εδώ και τριάντα χρόνια. Πέρσι, όταν πήγαινα στο νηπιαγωγείο, κάναμε ένα με-γάλο πάρτι στο αμφιθέατρο για να γιορτάσουμε τα τριάντα χρόνια του στη δουλειά. Ήρθαν και πολλοί γονείς επειδή ο Τσάρλι ήταν φύλακας του σχολείου όταν ήταν κι εκείνοι παιδιά και πήγαιναν στο Μακίνλεϊ, όπως η μαμά μου. Ο Τσάρλι είχε ζητήσει να μην του κάνουν πάρτι. «Το ξέρω ότι όλοι μ’ αγαπούν», είχε πει γελώντας με εκείνο το αστείο γέλιο του. Αλλά του έκαναν πάρτι παρ’ όλα αυτά, κι εγώ πίστευα ότι του άρεσε. Κρέμασε γύρω απ’ το γραφείο του όλες τις ζωγραφιές που είχαμε φτιάξει για το πάρτι του, και τις υπόλοιπες τις πήρε για να τις στολίσει στο σπίτι του. Η δική μου ζωγραφιά ήταν ακριβώς στο κέντρο, μπροστά απ’ το γραφείο του, επειδή είμαι πραγματικά καλός καλλιτέχνης.

Μπαμ μπαμ μπαμ

Σχεδόν αθόρυβοι κρότοι στην αρχή. Η κυρία Ράσελ είχε ήδη ξεκινήσει να μας λέει ποιες σελίδες απ’ το βιβλίο των μαθηματικών θα κάναμε στο σχολείο και ποιες στο σπίτι. Όταν άκουσε τα μπαμ, σταμάτησε να μιλάει και ζάρωσε το μέτωπό της. Περπάτησε μέχρι την πόρτα της τάξης μας και κοίταξε έξω απ’ το τζάμι. «Τι στο…» είπε.

Μπαμ μπαμ μπαμ

Και μετά έκανε ένα μεγάλο βήμα προς τα πίσω, απομακρύνθηκε απ’ την πόρτα και είπε: «Γάμησέ τα.» Αλήθεια το είπε. Την κακιά λέξη από Γ, όλοι την ακούσαμε και αρχίσαμε να γελάμε. «Γάμησέ τα.» Δεν πέρασε ούτε ένα δευτερόλεπτο απ’ τη στιγμή που το είπε και απ’ το μεγάφωνο στον τοίχο ακού-σαμε ήχους και μετά μια φωνή να λέει: «Λόκνταουν, λόκνταουν, λόκνταουν!» Δεν ήταν η φωνή της κυρίας Κόλαρις. Όταν κάναμε ασκήσεις γι’ αυτό στο παρελθόν, η κυρία Κόλαρις ακουγόταν απ’ το μεγάφωνο να λέει «Λόκνταουν!» μία φορά μόνο, αλλά η φωνή που ακουγόταν τώρα, το επανέλαβε πολλές φορές γρήγορα.

Το πρόσωπο της κυρίας Ράσελ χλώμιασε κι εμείς σταματήσαμε να γελάμε, επειδή έδειχνε τόσο διαφορετική και δεν χαμογελούσε καθόλου πια. Η όψη που είχε πάρει ξαφνικά το πρόσωπό της μ’ έκανε να φοβηθώ, και η αναπνοή μου ήταν σαν να κόλλησε στον λαιμό μου.

Η κυρία Ράσελ έκανε μερικούς κύκλους δίπλα απ’ την πόρτα, σαν να μην ήξερε πού ακριβώς έπρεπε να πάει. Μετά σταμάτησε, κλείδωσε την πόρτα κι έσβησε τα φώτα. Αν και το φως του ήλιου είχε κρυφτεί λόγω της βροχής, η κυρία Ράσελ κατευθύνθηκε προς τα παράθυρα και κατέβασε τα στόρια. Άρχισε να μιλάει πολύ γρήγορα και η φωνή της έτρεμε και ήταν τσιριχτή. «Θυμηθείτε τι κάναμε στην άσκηση για το λόκνταουν», είπε. Θυμόμουν ότι το λόκνταουν σήμαινε ότι δεν έπρεπε να βγούμε έξω, όπως κάναμε με τον συναγερμό για τη φωτιά, αλλά να μείνουμε μέσα και να κρυφτούμε.

ΜΠΑΜ ΜΠΑΜ ΜΠΑΜ

Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο "Και μετά έμεινα μόνος" της Rhiannon Navin. Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Κλειδάριθμος.

Προσθήκη σχολίου

Make sure you enter the (*) required information where indicated.Basic HTML code is allowed.

logofootermedia