Book Corner: "Υπόθεση Λερούζ" του Emile Gaboriau

Τη μεθεπόμενη τῆς Μαρντὶ Γκρά,1 τὴν Πέμπτη 6 Μαρτίου 1862, πέντε γυναῖκες ἀπὸ τὸ χωριὸ τῆς Λὰ Ζονσὲρ παρουσιάστηκαν στὸ ᾽Αστυνομικὸ Τμῆμα τοῦ Μπουζιβάλ.

Κατέθεσαν ὅτι ἐδῶ καὶ δύο μέρες κανεὶς δὲν εἶχε δεῖ μία γειτόνισσά τους, τὴ χήρα Λερούζ, ποὺ ἔμενε μόνη της σ ᾽ἕνα ἀπομονωμένο σπιτάκι· εἶχαν χτυπήσει πολλὲς ϕορὲς τὴν πόρτα της. Τοῦ κάκου. Τὰ παράθυρα ὅπως καὶ ἡ πόρτα ἦταν ἑρμητικὰ κλειστὰ κι ἔτσι ἦταν ἀδύνατον νὰ ρίξουν μιὰ ματιὰ στὸ ἐσωτερικὸ τοῦ σπιτιοῦ. Αὐτὴ ἡ σιωπή, αὐτὴ ἡ ἐξαϕάνιση, τὶς ἀνησυχοῦσε. ᾽Απὸ ϕόβο γιὰ κάποια ἐγκληματικὴ ἐνέργεια, ἢ ἔστω κάποιο ἀτύχημα, ἀπαιτοῦσαν ἀπὸ τὴ «Δικαιοσύνη» νὰ σπάσει τὴν πόρτα καὶ νὰ μπεῖ στὸ σπίτι γιὰ νὰ ἡσυχάσουν.

Τὸ Μπουζιβὰλ εἶναι ἕνα πολὺ ὄμορϕο μέρος, ὅπου ἄντρες καὶ γυναῖκες κάνουν βαρκάδα τὴν Κυριακή. Γίνονται πολλὰ μικροαδικήματα, ἀλλὰ τὰ ἐγκλήματα εἶναι σπάνια ῎ετσι ὁ ἀστυνόμος ἀρνήθηκε ἀρχικὰ νὰ ὑποχωρήσει στὴν παράκληση τῶν γυναικῶν. ᾽Αλλὰ αὐτὲς δὲν ἔκαναν πίσω, ἐπέμειναν μὲ τόσο πεῖσμα ποὺ ὁ λειτουργός, ἀποκαμωμένος, κάμϕθηκε ἐντέλει. ῎Εστειλε νὰ ϕωνάξουν τὸν ἐνωμοτάρχη τῆς Χωροϕυλακῆς μὲ δύο ἄντρες του, κάλεσε ἕναν κλειδαρά, καὶ μαζί τους ἀκολούθησε τὶς γειτόνισσες τῆς χήρας Λερούζ.

Η Λὰ Ζονσὲρ χρωστάει τὴν ὅποια ϕήμη της στὸν ἐϕευρέτη τοῦ σιδηροδρόμου μὲ ἑλκυσμὸ ἀτμοῦ ἐκροῆς,2 ὁ ὁποῖος ἐδῶ καὶ ἀρκετὰ χρόνια κάνει ἐκεῖ, μὲ περισσότερη ἐπιμονὴ παρὰ ἐπιτυχία, τὰ δημόσια πειράματα τοῦ συστήματός του. Εἶναι ἕνα ἀσήμαντο χωριουδάκι πάνω στὴν πλαγιὰ ποὺ δεσπόζει στὸν σηκουάνα, ἀνάμεσα στὴ Μαλμεζὸν καὶ τὸ Μπουζιβάλ. ᾽απέχει περίπου εἴκοσι λεπτὰ ἀπὸ τὸν μεγάλο δρόμο ποὺ πάει ἀπὸ τὸ Παρίσι στὸ σὲν Ζερμέν, περνώντας ἀπὸ τὸ ριέιγ καὶ τὸ Πὸρ-Μαρλί. Πᾶς ἐκεῖ ἀπὸ ἕναν κατσικόδρομο, ἄγνωστο στὶς μεταϕορὲς καὶ τὶς συγκοινωνίες.

Η μικρὴ ὁμάδα λοιπόν, μ᾽ἐπικεϕαλῆς τοὺς χωροϕύλακες, πῆρε τὸν ϕαρδὺ δρόμο ποὺ σ ᾽ἐκεῖνο τὸ σημεῖο ἀκολουθεῖ τὸν σηκουάνα, καὶ ἀμέσως μετὰ ἔστριψε δεξιὰ κι ἀκολούθησε ἕναν κάθετο δρόμο, στριμωγμένο ἀνάμεσα σὲ ψηλὲς μάντρες.

Αϕοῦ ἔκαναν καμιὰ ἑκατοστὴ βήματα ἀκόμη, ϕτάσανε μπροστὰ σ ᾽ἕνα σπιτάκι πάρα πολὺ ταπεινὸ ἀλλὰ ἀξιοπρεπές. Αὐτὸ τὸ σπιτάκι, ἢ μᾶλλον αὐτὸ τὸ καλυ- βάκι, θὰ πρέπει νὰ τὸ εἶχε χτίσει κάποιος Παριζιάνος καταστηματάρχης ποὺ τοῦ ἄρεσε νὰ κοιτάζει τὴν ὡραία ϕύση, γιατὶ εἶχε κόψει συστηματικὰ ὅλα τὰ δέντρα γύρω του. Εἶχε ἀρκετὸ βάθος ἀλλὰ στενὴ πρόσοψη καὶ ἀποτελοῦνταν ἀπὸ ἕνα ἰσόγειο μὲ δύο δωμάτια καὶ μιὰ ἀποθήκη ἀπὸ πάνω. Γύρω του ἐκτεινόταν ἕνας ἀϕρό- ντιστος κῆπος, ποὺ μετὰ βίας τὸν προστάτευε ἀπὸ τοὺς πλιατσικολόγους μιὰ μάντρα ἀπὸ ξερολιθιά, γύρω στὸ ἕνα μέτρο ὕψος καὶ ἡ ὁποία ἤδη εἶχε γκρεμιστεῖ σὲ κάμποσα σημεῖα. στὸν κῆπο αὐτὸν ἔμπαινες σπρώχνοντας ἕνα ξύλινο καϕασωτὸ ποὺ ἔπαιζε τὸ ρόλο πόρτας καὶ στηριζόταν γιὰ ν ᾽ἀνοίγει σὲ συρμάτινους ἁρμούς.

— ᾽Εδῶ εἶναι, εἶπαν οἱ γυναῖκες.

῾Ο ἀστυνόμος σταμάτησε. Ενόσω βάδιζαν, εἶχαν προστεθεῖ στὴν ἀκολουθία του ὅλοι οἱ ἀργόσχολοι κι οἱ χασομέρηδες τῆς περιοχῆς. Τώρα τὸν περιστοίχιζαν καμιὰ σαρανταριὰ περίεργοι.

— Νὰ μὴ μπεῖ κανένας στὸν κῆπο, εἶπε.

Καὶ γιὰ νὰ εἶναι σίγουρος ὅτι θὰ τὸν ὑπακούσουν, τοποθέτησε τοὺς δύο χωροϕύλακες σκοποὺς μπροστὰ στὴν εἴσοδο καὶ προχώρησε ἀκολουθούμενος ἀπὸ τὸν ἐνωμοτάρχη τῆς Χωροϕυλακῆς καὶ τὸν κλειδαρά.

Χτύπησε κι αὐτὸς πολὺ δυνατὰ κάμποσες ϕορὲς μὲ τὴ μολυβένια λαβὴ τοῦ μπαστουνιοῦ του, πρῶτα τὴν πόρτα κι ἔπειτα ἕνα ἕνα ὅλα τὰ παντζούρια. Χτύπαγε καὶ κολλοῦσε μετὰ τὸ ἀϕτί του στὸ ξύλο γιὰ ν ᾽ἀκούσει. Μὴν ἀκούγοντας τίποτε, ξαναγύρισε πρὸς τὸν κλειδαρά.

— Ανοίξτε, τοῦ εἶπε.

῾Ο κλειδαρὰς πῆρε τὴν ἀρμαθιὰ μὲ τὰ ἀντικλείδια κι ἑτοίμασε τὰ ἐργαλεῖα του. Εἶχε ἤδη βάλει ἕνα «παπαγαλάκι» στὴν κλειδαριά, ὅταν μεγάλο σούσουρο ἀκούστηκε ἀπὸ τὴ μεριὰ τῶν χασομέρηδων.

— Τὸ κλειδί! ϕώναξε κάποιος. Βρήκαμε τὸ κλειδί!

Πράγματι, ἕνας πιτσιρικὰς καμιὰ δωδεκαριὰ χρονῶν, ποὺ ἔπαιζε μὲ τοὺς ϕίλους του, εἶδε στὸ χαντάκι στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου ἕνα πελώριο κλειδί. Τὸ μάζεψε καὶ τὸ ἔϕερνε θριαμβευτικά.

— Γιά δῶσ ᾽το μου, παιδάκι μου, τοῦ εἶπε ὁ ἐνωμοτάρχης, νὰ πᾶμε μέσα νὰ δοῦμε.

Δοκίμασαν τὸ κλειδί. Πραγματικὰ ἦταν τὸ κλειδὶ τῆς ἐξώπορτας. ῾Ο ἀστυνόμος μὲ τὸν κλειδαρὰ ἀλληλοκοιτάχτηκαν μὲ πολὺ ἄσχημα προαισθήματα.

— Δὲ ϕαίνονται καλὰ τὰ πράγματα! μουρμούρισε ὁ ἐνωμοτάρχης.

Μπῆκαν στὸ σπίτι, ἐνῶ ὅσοι εἶχαν μείνει ἔξω, ποὺ τοὺς συγκρατοῦσαν μὲ δυσκολία οἱ χωροϕύλακες, χοροπηδοῦσαν ἀπὸ ἀνυπομονησία, τέντωναν τὸ λαιμό, σκαρϕάλωναν στὴ μάντρα – κάτι προσπαθοῦσαν νὰ δοῦν, κάτι νὰ καταλάβουν ἀπ ᾽αὐτὸ ποὺ συνέβαινε.

Δυστυχῶς, αὐτοὶ ποὺ εἶχαν μιλήσει γιὰ ἔγκλημα δὲν εἶχαν γελαστεῖ. ῾Ο ἀστυνόμος σιγουρεύτηκε μὲ τὸ ποὺ πάτησε στὸ κατώϕλι. στὸ πρῶτο δωμάτιο τὰ πάντα μαρτυροῦσαν ξεκάθαρα τὴν παρουσία κακοποιῶν· τὰ ἔπιπλα, ἕνα κομὸ καὶ δύο μπαοῦλα, εἶχαν σπασμένες κλειδαριὲς καὶ ἔχασκαν ὀρθάνοιχτα. στὸ δεύτερο δωμάτιο, ποὺ χρησίμευε γιὰ κρεβατοκάμαρα, ἡ ἀκαταστασία ἦταν ἀκόμη μεγαλύτερη. Λὲς κι ἕνα μανιασμένο χέρι εἶχε διαλύσει μὲ μεγάλη εὐχαρίστηση τὰ πάντα.

Τέλος, κοντὰ στὸ τζάκι, μὲ τὸ πρόσωπο στὶς στάχτες, ἦταν σωριασμένο τὸ πτῶμα τῆς χήρας Λερούζ.

Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο "Υπόθεση Λερούζ" του Emile Gaboriau. Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Gutenberg.

Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 12 Απριλίου 2019 08:39

Προσθήκη σχολίου

Make sure you enter the (*) required information where indicated.Basic HTML code is allowed.

logofootermedia