ΑρχικήΠολιτισμόςΒιβλίοBook Corner: "Κορίτσι στον Πάγο" του Robert Bryndza

Book Corner: “Κορίτσι στον Πάγο” του Robert Bryndza

Η άσφαλτος γυάλιζε στο φεγγαρόφωτο καθώς η Άντρια Ντάγκλας-Μπράουν ανηφόριζε βιαστικά τον έρημο κεντρικό δρόμο. Τα ψηλά τακούνια της έκαναν έναν ξερό κρότο μες στην ησυχία της νύχτας, έτσι όπως περπατούσε με ακανόνιστο ρυθμό – αποτέλεσμα όλης της βότκας που είχε καταναλώσει. Ο αέρας του Ιανουαρίου ήταν τσουχτερός και τα γυμνά πόδια της μουδιασμένα από το κρύο. Τα Χριστούγεννα και η Πρωτοχρονιά είχαν περάσει, αφήνοντας ένα ψυχρό, ασηπτικό κενό. Οι βιτρίνες των καταστημάτων γλιστρούσαν πλάι της, βουτηγμένες στο σκοτάδι, που το έσπαγε μόνο το φως από ένα φτωχικό μαγαζάκι που ήταν ακόμα ανοιχτό. Ένας Ινδός καθόταν μέσα, καμπουριασμένος μπροστά στη φωτεινή οθόνη του λάπτοπ του, αλλά δεν την πρόσεξε καθώς περνούσε δίπλα του.

Η Άντρια ήταν τόσο εξοργισμένη, ανυπομονούσε τόσο πολύ ν’ αφήσει πίσω της την παμπ, που δεν αναρωτήθηκε πού πήγαινε παρά μόνο όταν οι βιτρίνες αντικαταστάθηκαν από μεγάλα σπίτια χτισμένα αρκετά μέσα από τον δρόμο. Τα γυμνά κλαδιά των φτελιών ορθώνονταν από πάνω της σαν σκελετοί και χάνονταν στον άναστρο ουρανό. Σταμάτησε και έγειρε σ’ έναν τοίχο για να πάρει ανάσα. Το αίμα σφυροκοπούσε στις φλέβες της και ο παγερός αέρας έκαψε τους πνεύμονές της καθώς τον ρούφηξε άπληστα. Κάνοντας μεταβολή, είδε ότι είχε προχωρήσει πολύ και είχε ήδη φτάσει στα μισά του λόφου. Ο δρόμος απλωνόταν πίσω της σαν μια μακρόστενη κηλίδα από μελάσα λουσμένη στο πορτοκαλί φως που σκορπούσαν οι λάμπες νατρίου,με τον σταθμό του τρένου στο τέρμα του τυλιγμένο στο σκοτάδι. Η σιωπή και το κρύο την πίεζαν ασφυκτικά. Η μόνη κίνηση ήταν το χνότο που σχημάτιζε η ανάσα της καθώς έβγαινε στον παγωμένο αέρα. Έσφιξε το ροζ τσαντάκι-φάκελο που κρατούσε παραμάσχαλα και, αφού βεβαιώθηκε ότι δεν υπήρχε κανένας εκεί τριγύρω, σήκωσε το μπροστινό μέρος του μικροσκοπικού της φορέματος κι έβγαλε ένα iPhone από το εσώρουχό της. Τα κρύσταλλα Σβαρόφσκι στο κάλυμμα στραφτάλισαν τεμπέλικα κάτω από τους πορτοκαλιούς φανοστάτες. Η οθόνη έδειξε ότι δεν υπήρχε σήμα. Βλαστήμησε, το έχωσε ξανά στο εσώρουχό της και άνοιξε το φερμουάρ της μικρής ροζ τσάντας. Μέσα ήταν φωλιασμένο ένα παλιότερο iPhone, κι αυτό στολισμένο με Σβαρόφσκι, αλλά πολλά από τα κρύσταλλά του έλειπαν. Ούτε κι αυτό είχε σήμα.

Ο πανικός σκαρφάλωσε στο στήθος της Άντρια καθώς κοίταζε γύρω της. Ψηλοί φράχτες και σιδερένιες αυλόπορτες προστάτευαν τα σπίτια. Αν κατάφερνε να φτάσει στην κορυφή του λόφου, μάλλον θα είχε σήμα. Και δεν βαριέσαι, σκέφτηκε, θα τηλεφωνούσε στον σοφέρ του πατέρα της. Κάποια εξήγηση θα σκαρφιζόταν για να εξηγήσει πώς είχε βρεθεί στη νότια όχθη του ποταμού. Κούμπωσε το στενό δερμάτινο τζάκετ της, τύλιξε τα χέρια της γύρω από το στήθος της και ξεκίνησε να ανηφορίσει τον λόφο, με το παλιό iPhone ακόμα κουρνιασμένο στο χέρι της σαν φυλαχτό.

Ο ήχος μιας μηχανής αυτοκινήτου γουργούρισε πίσω της. Η Άντρια γύρισε το κεφάλι, μισοκλείνοντας τα μάτια στους προβολείς, νιώθοντας ακόμα πιο εκτεθειμένη καθώς τα δυνατά φώτα χάιδεψαν τα γυμνά της πόδια. Η ελπίδα της ότι ήταν ταξί χάθηκε όταν είδε πως η οροφή του αυτοκινήτου ήταν χαμηλή και δεν υπήρχε η σημαία που έγραφε «Ελεύθερο». Γύρισε και συνέχισε να περπατάει. Ο ήχος της μηχανής έγινε πιο δυνατός, κι έπειτα οι προβολείς έπεσαν πάνω της, ρίχνοντας έναν μεγάλο φωτεινό κύκλο στην άσφαλτο μπροστά της. Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα ακόμα, αλλά οι προβολείς δεν μετακινήθηκαν· σχεδόν ένιωθε τη ζέστη τους. Γύρισε και κοίταξε άλλη μία φορά. Το αυτοκίνητο έκοψε ταχύτητα και συνέχισε να κινείται αργά μερικά μέτρα πίσω της.

Έγινε έξαλλη όταν κατάλαβε σε ποιον ανήκε. Τίναξε πίσω τα μακριά μαλλιά της, έκανε μεταβολή και συνέχισε να περπατάει. Το αυτοκίνητο επιτάχυνε λίγο κι έφτασε δίπλα της. Τα τζάμια του ήταν φιμέ, σχεδόν μαύρα. Ένας δυνατός, διαπεραστικός βόμβος από το στερεοφωνικό του αυτοκινήτου γαργάλησε τον λαιμό της, και τα αυτιά της άρχισαν να τη φαγουρίζουν. Σταμάτησε απότομα. Το αυτοκίνητο φρενάρισε μερικά δευτερόλεπτα αργότερα, έπειτα έκανε μερικά μέτρα όπισθεν έτσι ώστε το παράθυρο του οδηγού να βρεθεί δίπλα της. Ο βόμβος σταμάτησε. Η μηχανή μουρμούριζε.

Η Άντρια έσκυψε και κοίταξε το φιμέ τζάμι του παραθύρου, αλλά το μόνο που είδε ήταν η αντανάκλαση του προσώπου της. Έγειρε λίγο περισσότερο και προσπάθησε ν’ ανοίξει την πόρτα, αλλά ήταν κλειδωμένη.

Χτύπησε το παράθυρο με το πλακέ ροζ τσαντάκι της και δοκίμασε πάλι την πόρτα.

«Δεν παίζω παιχνίδια, μιλούσα σοβαρά εκεί πέρα!» φώναξε. «Ή άνοιξε την πόρτα ή… ή…»

Το αυτοκίνητο έμεινε ακίνητο ενώ η μηχανή του συνέχιζε να μουρμουρίζει.

Ή τι; έμοιαζε να λέει.

Η Άντρια έσφιξε το τσαντάκι κάτω από τη μασχάλη της, σήκωσε το μεσαίο δάχτυλο στο φιμέ τζάμι και απομακρύνθηκε νευριασμένη, ανηφορίζοντας το τελευταίο κομμάτι του λόφου ως την κορφή. Ένα τεράστιο δέντρο ορθωνόταν στην άκρη του δρόμου και, με τον χοντρό κορμό του ανάμεσα σ’ αυτήν και στους προβολείς του αυτοκινήτου, η Άντρια έριξε άλλη μία ματιά στο κινητό της, κρατώντας το ψηλά πάνω από το κεφάλι της για να πιάσει σήμα. Ο ουρανός δεν είχε ούτε ένα αστέρι και το καφετί σύννεφο με τις πορτοκαλιές αποχρώσεις έμοιαζε να έχει κατέβει τόσο χαμηλά, που θα μπορούσε να το αγγίξει με το απλωμένο χέρι της. Το αυτοκίνητο προχώρησε αργά και σταμάτησε δίπλα στο δέντρο.

Ο φόβος άρχισε να στάζει στο κορμί της Άντρια. Παραμένοντας στη σκιά του δέντρου σάρωσε με το βλέμμα την περιοχή γύρω της. Ψηλοί φράχτες, ο ένας δίπλα στον άλλο, πλαισίωναν τα πεζοδρόμια κι από τις δυο πλευρές του δρόμου που απλωνόταν μπροστά της και χανόταν στο θολό μελαγχολικό τοπίο. Και τότε πρόσεξε κάτι απέναντι: ένα σοκάκι ανάμεσα σε δύο μεγάλα σπίτια. Το μόνο που διέκρινε ήταν μια μικρή πινακίδα που έγραφε: ΝΤΑΛΙΤΣ 1¼.

«Πιάσε με, αν μπορείς», ψιθύρισε. Πήρε μια ανάσα και έκανε να διασχίσει τρέχοντας τον δρόμο –όμως το πόδι της σκάλωσε σε μια από τις χοντρές ρίζες του δέντρου που προεξείχαν από την άσφαλτο. Ένιωσε μια οδυνηρή σουβλιά καθώς ο αστράγαλός της διπλώθηκε από κάτω της. Έχασε την ισορροπία της, το τσαντάκι και το κινητό της πετάχτηκαν από τα χέρια της και γλίστρησαν μακριά καθώς ο γοφός της χτύπησε στη γωνία του ρείθρου και το κορμί της κύλησε στον δρόμο ενώ το κεφάλι της προσέκρουσε στην άσφαλτο μ’ έναν γδούπο. Έμεινε πεσμένη εκεί, ζαλισμένη από το έντονο φως των προβολέων του αυτοκινήτου.
Έσβησαν, βυθίζοντάς τη στο σκοτάδι.

Άκουσε μια πόρτα ν’ ανοίγει και προσπάθησε να σηκωθεί, αλλά ο δρόμος από κάτω της έκανε βουτιά και άρχισε να γυρίζει. Πόδια εμφανίστηκαν, ένα μπλουτζίν… Ένα ζευγάρι ακριβά αθλητικά παπούτσια βρέθηκε μπροστά της κι έπειτα τα μάτια της θόλωσαν και τα παπούτσια έγιναν τέσσερα. Άπλωσε το χέρι της, περιμένοντας ότι η γνώριμη σιλουέτα θα τη βοηθούσε να σηκωθεί, αντί γι’ αυτό όμως, με μια γρήγορη κίνηση, ένα γαντοφορεμένο χέρι τής έκλεισε τη μύτη και το στόμα. Το άλλο χέρι τύλιξε τα μπράτσα της και τα έσφιξε πάνω στο σώμα της. Το γάντι ήταν μαλακό και ζεστό πάνω στο δέρμα της, αλλά η δύναμη και η πίεση των δαχτύλων τη συντάραξε. Την τράβηξαν απότομα πάνω, την έσυραν γρήγορα στην πίσω πόρτα και την πέταξαν μέσα στο αυτοκίνητο, όπου προσγειώθηκε κατά μήκος του πίσω καθίσματος. Η πόρτα έκλεισε απότομα αφήνοντας έξω το κρύο. Η Άντρια έμεινε ξαπλωμένη, σε κατάσταση σοκ, μη μπορώντας να καταλάβει τι ακριβώς είχε συμβεί μόλις πριν από ένα λεπτό.

Το αυτοκίνητο μετακινήθηκε ανεπαίσθητα καθώς η σιλουέτα γλίστρησε στο κάθισμα του συνοδηγού κι έκλεισε την πόρτα. Το κεντρικό κλείδωμα ενεργοποιήθηκε μ’ ένα κλικ κι ένα βουητό. Η Άντρια άκουσε το ντουλαπάκι ν’ ανοίγει με ένα θρόισμα, κι έπειτα να κλείνει απότομα. Το αυτοκίνητο ταλαντεύτηκε καθώς η σιλουέτα πέρασε από το κενό ανάμεσα στα μπροστινά καθίσματα και κάθισε πάνω της, διώχνοντας τον αέρα από τους πνεύμονές της. Δευτερόλεπτα αργότερα, μια λεπτή πλαστική ταινία τύλιξε τους καρπούς της, τραβώντας τους με δύναμη πίσω από την πλάτη της, δαγκώνοντας το δέρμα της. Η σιλουέτα μετακινήθηκε προς τα κάτω στο κορμί της, γρήγορη και ευκίνητη· μυώδεις μηροί πίεσαν τώρα τους δεμένους καρπούς της. Ο πόνος στον στραμπουλισμένο της αστράγαλο έγινε πιο έντονος καθώς μια χοντρή ταινία ξετυλίχτηκε μ’ ένα τράνταγμα και έδεσε τους αστράγαλούς της τον ένα με τον άλλο. Ένα αποπνικτικό άρωμα πεύκου από αποσμητικό χώρου ανακατεύτηκε με μια έντονη μυρωδιά χαλκού κάνοντας την Άντρια να συνειδητοποιήσει ότι η μύτη της αιμορραγούσε.

Ένας ξαφνικός θυμός ανέβασε την αδρεναλίνη στο σώμα της κι έκανε το μυαλό της πιο κοφτερό.

«Τι στο διάολο κάνεις;» άρχισε. «Θα ουρλιάξω. Ξέρεις πόσο δυνατά μπορώ να ουρλιάζω!»

Η σιλουέτα όμως μετακινήθηκε, με τα γόνατα τώρα πάνω στην πλάτη της, διώχνοντας τον αέρα από μέσα της. Μια σκιά κινήθηκε στην άκρη του ματιού της, και κάτι σκληρό και βαρύ έπεσε με φόρα στο πίσω μέρος του κεφαλιού της. Νέος πόνος και αστέρια εξερράγησαν μπροστά στα μάτια της. Το χέρι σηκώθηκε κι έπεσε ξανά βαρύ πάνω της και όλα σκοτείνιασαν.

Ο δρόμος παρέμεινε σιωπηλός και άδειος καθώς οι πρώτες χιονονιφάδες άρχισαν να πέφτουν, στριφογυρίζοντας τεμπέλικα για να συναντήσουν το έδαφος. Το αυτοκίνητο, κομψό με τα φιμέ τζάμια του, απομακρύνθηκε σχεδόν αθόρυβα και χάθηκε μες στη νύχτα.

Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο “Κορίτσι στον Πάγο” του Robert Bryndza. Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Κλειδάριθμος.

Μετάβαση στο περιεχόμενο