Το Πελοποννησιακό Πρακτορείο Ειδήσεων είχε τη χαρά να συνομιλήσει με τη συγγραφέα Μαίρη Σιάνη – Ντέϊβις, με αφορμή την κυκλοφορία του πρώτου της μυθιστορήματος «Έντιμος εμπορία» από τις Εκδόσεις Πατάκη. Ένα πολυεπίπεδο οικογενειακό χρονικό που ακολουθεί τρία αδέλφια από ένα χωριό της Αρκαδίας ως το εμπορικό κέντρο της Αθήνας, ξεδιπλώνοντας παράλληλα τέσσερις δεκαετίες ελληνικής ιστορίας και αναδεικνύοντας θέματα όπως η φιλοδοξία, οι οικογενειακοί δεσμοί και οι γκρίζες ζώνες της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Στη συνέντευξη που ακολουθεί, η συγγραφέας μιλά για τους αμφιλεγόμενους ήρωές της, την εξονυχιστική έρευνα πίσω από την αναβίωση της παλιάς Αθήνας, την απρόσμενη προέλευση του τίτλου, αλλά και για την επικείμενη παρουσίαση του βιβλίου στην Τρίπολη.
Ακολουθεί η συνέντευξη
Τον Ιούνιο του 2025 κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Πατάκη το πρώτο σας μυθιστόρημα με τίτλο «Έντιμος εμπορία». Θα μπορούσατε να μας κάνετε μια σύντομη παρουσίαση;
Είναι η ιστορία των τριών αδελφών Σκούρα που έχουν γεννηθεί σε ένα χωριό της Αρκαδίας. Από ευήμερη οικογένεια, τα αδέλφια έχουν χάσει τη μητέρα τους και μεγαλώνουν με έναν βίαιο και καταναγκαστικό πατέρα. Η μόνη τους παρηγοριά είναι η γιαγιά, η μητέρα της πεθαμένης μητέρας τους, η οποία έχει βάλει ως σκοπό της ζωής της να τα σώσει από τα χέρια του βάναυσου πατέρα. Με το που μεγαλώνουν, η γιαγιά κανονίζει να τα στείλει στην Αθήνα. Σε μια πρωτεύουσα που μαστίζεται από πείνα και πόλεμο, η πρώτη απόπειρά τους για μια καλύτερη μοίρα αποτυγχάνει. Αλλά τα αδέλφια, που έχουν έναν σκοπό, να γίνουν έμποροι, επανέρχονται στην πρωτεύουσα μετά τον Εμφύλιο. Ευχή και κατάρα είναι τα λόγια της γιαγιάς τους: «Ενωμένοι θα πετύχετε». Και όντως με τη σκληρή δουλειά και την καλή τους τύχη μεγαλουργούν. Μόνο που με την επιτυχία αρχίζουν να διαπιστώνουν πόσο διαφορετικοί είναι σαν χαρακτήρες. Τα μυστικά που κρύβει ο καθένας θα τους οδηγήσουν σε αψιμαχίες και αντιπαλότητες με καταστροφικά αποτελέσματα. Όπως κλυδωνίζεται η Ελλάδα τις δεκαετίες του ’50, ’60 και ’70 έτσι κλυδωνίζονται και οι ζωές αυτών των ανθρώπων.
Ο Στάθης, ο Αργύρης και ο Μάρκος είναι τρία αδέλφια με κοινά βιώματα, αλλά εντελώς διαφορετικές προσωπικότητες. Ο Στάθης, ως πρωτότοκος, μοιάζει να έχει αναλάβει τον ρόλο του αρχηγού, επιδιώκοντας να διατηρεί τον έλεγχο των αποφάσεων. Ο Αργύρης είναι πιο μετρημένος, η ήρεμη δύναμη της οικογένειας, ενώ ο Μάρκος, περισσότερο ανήσυχος και διορατικός, είναι εκείνος που αναγνωρίζει τις επιχειρηματικές ευκαιρίες και συμβάλλει καθοριστικά στην ανάπτυξη της επιχείρησης. Πώς επιλέξατε να διαμορφώσετε αυτές τις τόσο διαφορετικές προσωπικότητες και, κυρίως, πώς επηρεάζει η ανάγκη του Στάθη να διατηρεί τον έλεγχο στις ισορροπίες ανάμεσα στα τρία αδέλφια;
Δεν τους επέλεξα, μάλλον θα έλεγα με επέλεξαν. Εγώ εκείνο που ήθελα ήταν να δημιουργήσω χαρακτήρες που να έχουν και χαρίσματα και ελαττώματα, όπως όλοι οι άνθρωποι, δηλαδή αμφιλεγόμενους. Αυτό το έκανα ενσυνείδητα. Συγκρίνοντας και αντιτάσσοντας, για παράδειγμα, τον κυνισμό του ενός, την ευγένεια του άλλου, τη μυστικότητα και την ντροπή του τρίτου, τη διπλωματία… προσπάθησα να ισορροπήσω την αφήγηση με τέτοιο τρόπο ώστε ο αναγνώστης να μην μπορεί να αποφασίσει, να μην μπορεί να βγάλει μια τελική κρίση. Θέλω η δουλειά του αναγνώστη να μην τελειώνει ποτέ. Γιατί πιστεύω ότι μόνο όταν δεν είμαστε σίγουροι είμαστε ζωντανοί.
Πόσο δυνατά είναι τα νήματα που κρατούν μια οικογένεια, ειδικά όταν μπαίνουν ανάμεσα η επιτυχία, το χρήμα και οι προσωπικές έριδες;
Δεν ξερω. Το μυθιστόρημα θέτει αυτή την ερώτηση. Αν αυτοί οι τρεις άνθρωποι που ήταν τόσο κοντά και πέρασαν τόσα μαζί δεν μπόρεσαν να παραμείνουν ενωμένοι, τότε τι άλλο χρειαζόταν για να κρατηθούν οι δεσμοί της σχέσης τους ακέραιοι; Στη «Ποιητική» ο Αριστοτέλης λέει ότι οι μεγαλύτερες τραγωδίες εκτυλίσσονται στις οικογένειες. Και όσο πιο ψηλά ιστάμενη είναι μια οικογένεια, τόσο μεγαλύτερη η τραγωδία. Και ξέρετε τι; Το πραγματικά τραγικό είναι όταν έχουν όλοι κάποιο δίκιο.
Μια από τις πιο χαρακτηριστικές στιγμές του βιβλίου είναι όταν η γιαγιά Σταυρούλα παρομοιάζει τα τρία αδέλφια με τρία κλωνάρια, εξηγώντας τους πως όσο παραμένουν ενωμένα, κανείς δεν μπορεί να τα σπάσει. Η συμβουλή της μοιάζει να καθορίζει ολόκληρη την πορεία τους. Ωστόσο, όσο εξελίσσεται η ιστορία, η ενότητά τους δοκιμάζεται. Μήπως τελικά αυτή η προσήλωση στο «μαζί», που αρχικά αποτελεί τη μεγαλύτερη δύναμή τους, μετατρέπεται σταδιακά και στη μεγαλύτερη αδυναμία τους;
Η γιαγιά Σταυρούλα τόσα ήξερε, τόσα έλεγε, μια απλή γυναίκα του χωριού ήταν που λάτρευε τα εγγόνια της. Και θεωρώ ότι το πίστευε αυτό που έλεγε. Πράγμα που έγινε. Στην Ελλάδα, συχνά εμπιστευόμαστε τα αδέλφια μας ως συνεργάτες, γενικά την οικογένειά μας, γιατί αισθανόμαστε ασφαλείς. Πηγή δύναμης είναι αυτό όταν όλα πάνε καλά. Όταν όμως δεν πάνε, είναι μια άλλη ιστορία. Ο Αλέξανδρος Νεχαμάς, καθηγητής Φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο του Πρίνστον, είχε πει ότι αυτή η κουλτούρα δημιουργεί έναν απολυταρχισμό ο οποίος είναι πάντοτε κακός, νομίζεις πως εσύ και μόνο γνωρίζεις τι είναι το ωραίο, το σωστό, το καλό, το ηθικό…ότι δεν έχεις ανάγκη κανέναν. Αν σκέφτεσαι έτσι δεν μπορείς να έχεις επαφή με άλλους. Αν δεν έχεις επαφή με άλλους δεν ανοίγει το μυαλό σου. Αν δεν ανοίξει το μυαλό σου δεν ανοίγουν κι οι ορίζοντές σου κ.ο.κ
Η ιστορία των τριών αδελφών ξεκινά από τη Νεράιδα, ένα χωριό της Αρκαδίας, κοντά στην Τρίπολη. Πρόκειται για έναν υπαρκτό τόπο ή για ένα χωριό που δημιουργήσατε εσείς για τις ανάγκες της ιστορίας; Και γιατί επιλέξατε τη συγκεκριμένη περιοχή ως αφετηρία του μυθιστορήματος;
Είναι ένα επινοημένο χωριό στην Αρκαδία. Την περιοχή τη διάλεξα επειδή την ήξερα. Οι γονείς μου, και από της μητέρας μου την πλευρά και από του πατέρα μου, κατάγονταν από την Πελοπόννησο.
Μια σκηνή που μένει στον αναγνώστη είναι εκείνη όπου η γιαγιά Σταυρούλα συνοδεύει τον Στάθη στον σιδηροδρομικό σταθμό της Τρίπολης για να ταξιδέψει στην Αθήνα. Μέσα από τις περιγραφές σας ζωντανεύει ένας σταθμός γεμάτος κίνηση και ζωή, τόσο διαφορετικός από τη σημερινή του εικόνα. Πώς καταφέρατε να αναβιώσετε αυτή την ατμόσφαιρα και πόσο σημαντικό ήταν για εσάς να μεταφέρετε στον αναγνώστη την εικόνα μιας εποχής που έχει πια χαθεί;
Ο συγγραφέας δεν έχει άλλη επιλογή παρά να παραμερίσει την υποκειμενικότητά του και να κάνει βουτιά στον κάθε χαρακτήρα του βιβλίου του. Η δουλειά μας είναι μέσα απ’ τις λέξεις μας να προκαλέσουμε συναισθήματα στο μυαλό του αναγνώστη. Εκεί είναι που υπεισέρχεται η δραματική διαδικασία. Η εξερεύνηση του εσω κόσμου και η προβολη του στον εξω κόσμο. Παίρνουμε κάτι προσωπικό, το εξερευνούμε, και το βγάζουμε παρά έξω. Οπότε η σκηνή με τον Στάθη και τη γιαγιά Σταυρούλα, παρόλο που είναι επινοημένη είναι «αληθινή». Γιατί ο στόχος του συγγραφέα είναι να πετύχει στο να κάνει τον αναγνώστη να θεωρήσει αληθινό το επινοημένο.
Μέσα από τις περιγραφές σας ζωντανεύει μια Αθήνα μιας άλλης εποχής. Η Ομόνοια με το φαρμακείο του Μπακάκου, ο Σταθμός Πελοποννήσου, ο Πύργος Μαυρομιχάλη, οι Αμπελόκηποι και οι εμπορικοί δρόμοι της εποχής μάς μεταφέρουν σε μια πόλη πολύ διαφορετική από τη σημερινή. Πόσο απαιτητική ήταν η έρευνα για να ανασυνθέσετε την εικόνα της παλιάς Αθήνας και να την αποδώσετε τόσο ζωντανά, ώστε ακόμη και ένας αναγνώστης που δεν τη γνώρισε να αισθάνεται πως περπατά στους δρόμους της;
Ένα μεγάλο ποσοστό της ιστορίας εκτυλίσσεται μέσα στο ιστορικό εμπορικό τρίγωνο της Αθήνας (Σταδίου – Αθηνάς – Μητροπόλεως). Προερχόμενη από εμπορική οικογένεια, και από τις δύο πλευρές, μητέρα και πατέρα, με καταστήματα στο εμπορικό κέντρο της Αθήνας, είχα γνωρίσει την περιοχή από παιδί. Η σκηνή στο βιβλιο με τα ξαδέλφια Σκούρα, που έλεγαν τα κάλαντα στο κέντρο της Αθήνας, δεν απέχει και πολύ από μια δική μου ανάμνηση. Η έρευνα ήταν εξονυχιστική, ανατρέχοντας σε εφημερίδες, στα αρχεία της Βουλής, σε βιβλία και δοκίμια πάνω σε διάφορα θέματα (εμπόριο, ανταγωνισμός αδελφών, τάγματα ασφαλείας κ.ο.κ), συνεντεύξεις που μου έδωσαν άνθρωποι που μου εμπιστεύτηκαν τις προσωπικές τους ιστορίες, για παράδειγμα, άτομα που βγήκαν στο βουνό με το ΕΑΜ και το ΕΛΑΣ, που συμμετείχαν στην εξέγερση του Πολυτεχνείου, αστυνόμους, γυρολόγους και άλλους.
Παράλληλα με την ιστορία των αδελφών Σκούρα, ξεδιπλώνονται και τέσσερις δεκαετίες σημαντικών ιστορικών, πολιτικών και κοινωνικών αλλαγών στην Ελλάδα. Πώς επηρεάζουν οι εξελίξεις αυτές τη ζωή και τις επιλογές των ηρώων σας και πόσο απαιτητική υπήρξε η έρευνα για την αποτύπωση της συγκεκριμένης περιόδου;
Μέσα στην αφήγηση διανύουμε διάφορες περιόδους της Ελλάδας, από Μικρασιατική Καταστροφή και δικτατορία του Μεταξά μέχρι τη δικτατορία του Παπαδόπουλου και τη Μεταπολίτευση. Οι τρεις αδελφοί είχαν το εμπορικό δαιμόνιο μέσα τους με αποτέλεσμα να εκμεταλλευτούν τις συγκυρίες της εκάστοτε εποχής. Επίσης, όπως είπα και πριν, η έρευνα ήταν ενδελεχής. Πέρα από το ιστορικό και πολιτικό παρασκήνιο, μέσα από την αφήγηση θίγονται θέματα κοινωνικά όπως η ομοφυλοφιλία, η θέση της γυναίκας, σεξουαλικη απελευθέρωση, ενδοοικογενειακή βία, η βία γενικά, και πολλά άλλα.
Θα ήθελα να σταθούμε λίγο στον τίτλο του βιβλίου σας, «Έντιμος εμπορία». Πώς προέκυψε και τι σας έκανε να τον επιλέξετε;
Ο τίτλος «Έντιμος εμπορία» προήλθε όλως τυχαία, από μια επιτύμβια στήλη που βρήκα στον τάφο του προπάππου του διάσημου Ελληνοαμερικανού σκηνοθέτη Τζον Κασσαβέτη στο νότιο Λονδίνο. Η επιγραφή έγραφε «…έντιμον δ’ εμπορίαν εν τω βίω επιτηδεύσας». Νομίζω ότι αντανακλά καθοριστικά την αφήγηση. Ο αναγνώστης θα αποφασίσει πώς θα το ερμηνέψει.
Την 1η Νοεμβρίου θα βρεθείτε στην Τρίπολη για την παρουσίαση του μυθιστορήματός σας, «Έντιμος εμπορία». Τι θα θέλατε να μοιραστείτε με το αναγνωστικό κοινό της πόλης και τι να περιμένουν όσοι παρευρεθούν στην εκδήλωση;
Εκείνο που θα ήθελα να μοιραστώ με τους αναγνώστες είναι το ταξίδι που έκανα, γράφοντας την «Εντιμο Εμπορία», για να εξερευνήσω την ανθρώπινη φύση. Τις αντιφάσεις μας, τις αδυναμίες μας, τις κρυφές μας επιθυμίες, τις αλήθειες και τα ψέματα που λέμε στον εαυτό μας… – «άλλο θέλουμε να κάνουμε κι άλλο κάνουμε». Να μοιραστώ την προσπάθειά μου να εισχωρήσω στις γκρίζες ζώνες της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Στην εκδήλωση εκτός από τον Φιλοτεχνικό Όμιλο Τρίπολης και τον Εμπορικό Σύλλογο «Ερμής», που θα παρευρίσκονται, μέλη της Θεατρικής Ομάδας Τρίπολης θα διαβάσουν αποσπάσματα του βιβλίου μου που έχουν σχέση με την Τρίπολη, ενώ η εκδήλωση θα πλαισιώνεται μουσικά από τον Μαρίνο Δελή.
Ευχαριστούμε πολύ για αυτή τη συνέντευξη. Κλείνοντας, θα ήθελα να σας ρωτήσω ποια θα είναι τα επόμενα συγγραφικά σας βήματα;
Ευχαριστώ πολύ για τη φιλοξενία! Αυτή την περίοδο γράφω τη συνέχεια της ιστορίας της «Έντιμου εμπορίας» με την οικογένεια Σκούρα να βρίσκεται στο προσκήνιο και, ως συνήθως, την ιστορία της Ελλάδας, από την δεκαετία του ’80 και μετά, στο παρασκήνιο.



