Μήνυμα εξόδου της κοινωνίας από τα αδιέξοδα της σημερινής ζωής έστειλε ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας Αναστάσιος, το βράδυ της Τρίτης 13 Δεκεμβρίου 2016, από το Μέγαρο Χορού Καλαμάτας.
Στο πλαίσιο τελετής για την επίδοση σε αυτόν του Βραβείου Φωτέα για δοκίμιο ελεύθερου στοχασμού, καθώς και της ανακηρύξεώς του σε Επίτιμο Δημότη Καλαμάτας, ο Αρχιεπίσκοπος κατέθεσε από στήθους την εμπειρία της ζωής του, όπως αυτή συμπυκνώθηκε στην ιεραποστολική του πορεία, επισημαίνοντας μεταξύ άλλων τα εξής: «Το μυστικό για να βρούμε τον εαυτό μας, είναι να τον προσφέρουμε. Το μυστικό για να ξεπερνάμε τον εαυτό μας, είναι να ζούμε μέσα στο μυστήριο της Αγάπης του Θεού. Έτσι, από την απλή ύπαρξη προχωρούμε στη συνύπαρξη την αρμονική και, τελικά, μόνο με την Αγάπη γινόμαστε πρόσωπα και μπορούμε να γινόμαστε μια κοινωνία προσώπων, που ν’ ακτινοβολούμε την αλήθεια, τη χάρη και τη δύναμη του Θεού».
Η βραδιά ξεκίνησε με την ανακήρυξή του σε Επίτιμο Δημότη, σε εκτέλεση ομόφωνης αποφάσεως του Δημοτικού Συμβουλίου Καλαμάτας, κατά τη συνεδρίασή του της 5ης Δεκεμβρίου 2016.
Η Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου, Μαρία Οικονομάκου, ανέφερε προς τον Μακαριώτατο τα εξής: «Το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Καλαμάτας, στο οποίο έχω την τιμή να είμαι Πρόεδρος, στη συνεδρίασή του της 5ης Δεκεμβρίου 2016 ομόφωνα ψήφισε να σας ανακηρύξει Επίτιμο Δημότη του Δήμου Καλαμάτας, ως ένδειξη βαθύτατης τιμής προς το πρόσωπό Σας και το αξίωμά Σας από το σύνολο των συνδημοτών μας και επιπλέον ως αναγνώριση της μεγάλης προσφοράς Σας υπέρ του πάσχοντος συνανθρώπου, καθώς και της σπουδαίας συμβολής Σας στην προαγωγή της επιστήμης, της διεθνούς συναντίληψης και της ειρηνικής συνύπαρξης των ανθρώπων». Κατόπιν, η Πρόεδρος επέδωσε στον Αρχιεπίσκοπο Αλβανίας την περγαμηνή με το ψήφισμα.
Στη συνέχεια, ο Δήμαρχος Καλαμάτας Παναγιώτης Ε. Νίκας προσεφώνησε τον Αρχιεπίσκοπο Αναστάσιο, ως εξής:
«Η Καλαμάτα σήμερα έχει την ιδιαίτερη τιμή και ευλογία να φιλοξενεί τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αλβανίας κ. Αναστάσιο, με την ευκαιρία της ομόφωνης βράβευσής του για το βιβλίο του με τίτλο: «Συνύπαρξη: Ειρήνη, φύση, φτώχεια, τρομοκρατία, αξίες – Θρησκειολογική θεώρηση» από την Επιτροπή Βραβείου δοκιμίου ελεύθερου στοχασμού εις μνήμην Παναγιώτη Φωτέα, για το έτος 2015.
Το Δημοτικό μας Συμβούλιο ομόφωνα ψήφισε και ανακήρυξε τον Μακαριώτατο ΕΠΙΤΙΜΟ ΔΗΜΟΤΗ Καλαμάτας, εκφράζοντας με την ομοφωνία του την κοινή μας αντίληψη για την ευεργετική προσφορά του στην Εκκλησία, την Ορθοδοξία, την πνευματική και ηθική ζωή, τον άνθρωπο και τις ανθρώπινες αξίες.
Η ιεραποστολική του πορεία στη Μαύρη Ήπειρο, η θαυμαστή ανασυγκρότηση της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αλβανίας, η βοήθεια προς τους πρόσφυγες κατά την κρίση στο Κόσοβο, ο αγώνας του για την ειρήνη, τη μόρφωση, τη συναδέλφωση, τη συνεργασία, την ανοχή, την αλληλοκατανόηση των ανθρώπων και των λαών, η βοήθεια στον άνθρωπο της ανάγκης και των στερήσεων, αποτελούν παράδειγμα ζωής αφιερωμένης ολοκληρωτικά στο Χριστό και το συνάνθρωπο.
Στο εξής – και πάντοτε! – ο Ιεράρχης που κοσμεί την Ορθοδοξία, που αφιέρωσε τη ζωή του στην εκκλησιαστική, ιεραποστολική, ανθρωπιστική, επιστημονική και συγγραφική διακονία, θέτοντας ως επίκεντρο το Χριστό και τον άνθρωπο της ανάγκης, θα είναι ο ξεχωριστός συνδημότης μας, με τη φωτογραφία του αναρτημένη στο Ιστορικό μας Δημαρχείο και το παράδειγμα ζωής που μας δίνει, θα αποτελεί σημείο αναφοράς στην ταραγμένη εποχή μας!
Μακαριώτατε, η Καλαμάτα σας ευχαριστεί για την αποδοχή της πρόσκλησης του Δήμου και της Επιτροπής απονομής του Βραβείου εις μνήμην Παναγιώτη Φωτέα.
Η Καλαμάτα σας ευγνωμονεί για την ευλογημένη παρουσία σας!».
Αντιφωνώντας, ο Μακαριώτατος είπε τα εξής:
«Προσφιλέστατοι αδελφοί και αδελφές μου,
Πρέπει να πω ότι μία αλυσίδα εκπλήξεων τη σημερινή ημέρα αισθάνομαι να με περιζώνει. Πριν από λίγο ήμουνα στον Καθεδρικό Ναό της Υπαπαντής. Τώρα, εδώ, με αυτά τα τόσο επαινετικά που ακούγονται για το πρόσωπό μου και με μπερδεύουν λιγάκι.
Δεν έχω ετοιμάσει ομιλία γραπτή, αυτή η ομιλία θα γίνει αύριο στην εκδήλωση εκείνη του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Θα ήθελα, όμως, αυθόρμητα να πω μερικά πράγματα. Άρχισα να καταλαβαίνω την τραγωδία του κόσμου στα παιδικά μου χρόνια, όταν στην Αθήνα βάραιναν τα σύννεφα της γερμανικής Κατοχής. Τότε δεν είχαμε σχολείο, αλλά διαβάζαμε πάρα πολύ και προβληματιζόμαστε.
Πριν όμως προχωρήσω σε αυτό, θα ήθελα να εκφράσω τις ολόψυχες ευχαριστίες μου, πριν από όλα στο Δήμαρχο κ. Παναγιώτη Νίκα και σε όλο το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου, για την τόσο ευγενική απόφασή τους για μένα, για να με τιμήσουνε και, επίσης, στην επιτροπή του Βραβείου Παναγιώτη Φωτέα και ιδιαίτερα στον Πρόεδρο, στον Καθηγητή κ. Μαριάνο Καράση και τα άλλα μέλη, για την απόφασή τους να μου δώσουν αυτό το βραβείο, για ένα βιβλίο που ποτέ δεν είχα σκεφτεί ότι θα άξιζε μιας τέτοιας τιμής. Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για το σκεπτικό, για τα τόσα ευλογημένα και επαινετικά λόγια.
Ξαναγυρίζω, λοιπόν, και λέω, επειδή αυτά τα χρόνια ήταν καθοριστικά για τη δική μας πορεία, τότε το μεγάλο ερώτημα ήταν «τι πρέπει να γίνει;», για να προχωρήσουμε σε μία ζωή ελευθερίας, δημοκρατίας και αλήθειας. Υπήρξαν πάρα πολλοί από τους συμμαθητές, που διάλεξαν ένα διαφορετικό δρόμο. Ήταν τότε μία ακμή ορισμένων άλλων ιδεολογιών, διαφορετικής κατευθύνσεως. Μερικοί από εμάς, τελικά, λαχταρώντας όχι μόνο για δικαιοσύνη και ελευθερία, αλλά ακόμα και για αγάπη, διαλέξαμε το δρόμο αυτό, να ακολουθήσουμε Εκείνον που είναι η Αγάπη.
Ένας από τους πιο συγκλονιστικούς στίχους που βάρυνε μέσα μας ήταν όταν ψάχναμε για την υψίστη πραγματικότητα και είδαμε τον προσδιορισμό αυτής της υψίστης πραγματικότητος στα λόγια του Ευαγγελιστού Ιωάννου στην επιστολή του ότι «ο Θεός αγάπη εστί, και ο μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ». Αυτή ήταν η βασική αλήθεια, την οποία την είδαμε από εκείνη την περίοδο αν την πιο αποκαλυπτική, συνοπτική, επαναστατική, αδιάκοπη, ανανεωτική. Έτσι, αποφασίσαμε να ενταχθούμε στην Εκκλησία. Υπήρξε και ένας άλλος στίχος καθοριστικός, ο οποίος σχετίζεται με τα λόγια, τα οποία είπε ο Ιησούς Χριστός μετά τη συνάντησή του, όπως λέει το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο με τους Έλληνες, όταν μιλώντας για τη θυσία, η οποία θα ακολουθούσε και για τη θυσιαστική προσφορά, την οποία πάντοτε έχει η Αγάπη, είπε ότι «εάν μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γην αποθάνη, αυτός μόνος μένει, εάν δε αποθάνη, πολύν καρπόν φέρει». Ήταν ένας στίχος καθοριστικός, μια Μεγάλη Τρίτη, που οδήγησε τα βήματά μας σε μια πλήρη απόφαση αφιερώσεως μέσα στην Εκκλησία, για να μπορέσουμε να ζήσουμε αυτό το μυστήριο της προσφοράς και της θυσίας για τη μεταφορά του Ευαγγελίου της Αγάπης.
Πρέπει να πω ότι αυτοί οι δύο στίχοι, σε κρίσιμες στιγμές διλημμάτων, προβλημάτων, απογοητεύσεων, ερχόντουσαν πάντοτε σαν παρηγοριά και φως για να καθορίσουν τις αποφάσεις του ομιλούντος. Υπάρχει και ένας άλλος στίχος, τον οποίο ξέρουν πολλοί – έχει συνδεθεί λίγο με τον ομιλούντα – το «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη». Είναι το τέλος του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου, όταν μετά την Ανάσταση ο Κύριος λέει: «εδόθη μοι πάσα εξουσία εν ουρανώ και επί γης». Και συνεχίζει με ένα «πορευθέντες ουν». Ήθελα ιδιαίτερα να υπογραμμίσω αυτό το «ουν». Η συνέπεια του ότι εδόθη εξουσία σ’ Αυτόν δεν είναι απλώς να θαυμάζουμε, αλλά υπάρχει μία συνέπεια που λέει: «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη». Μεταφέρετε αυτή την αλήθεια παντού. Δεν έχετε δικαίωμα να την κρατήσετε για τον εαυτό σας. Αυτός ακριβώς ο στίχος δημιούργησε μία άλλη κίνηση μέσα στην ιστορία της Εκκλησίας της Ελλάδος και γενικότερα της Ορθοδοξίας για την ανανέωση του πνεύματος της ιεραποστολής και πέρα από τα σύνορα τα Ορθόδοξα, σε περιοχές που ήταν στερημένες και δεν είχαν ακούσει ποτέ για αυτό το λόγο.
Τον πρώτο καιρό είχε θεωρηθεί ότι αυτό ήταν λίγο ρομαντικό, εξωπραγματικό και ότι ασχολούμεθα με άλλα πράγματα, αλλά στηριζόταν στη βεβαιότητα ότι εμείς εδώ, στην Ελλάδα και, γενικά, ως Ορθόδοξοι, είμαστε πλούσιοι, είμαστε χρεωμένοι με ένα σωρό ευλογίες του Θεού, που δεν μπορούμε να τις κρατούμε για τον εαυτό μας, γιατί αν τις κρατήσουμε για τον εαυτό μας, θα τις χάσουμε. Θυμάμαι μια φράση, την οποίαν αισθάνθηκα την ανάγκη να πω στην Κένυα, ύστερα από μία λειτουργία σε υψόμετρο περίπου 2.000 μέτρα στο Ολμοράν, σε μια φυλή Τουρκάνα, που ήταν οι Μασάι, σαν και αυτούς που έχετε κατά καιρούς δει σε φωτογραφίες να έχουν ένα σωρό περιδέραια και άλλα πράγματα εκεί. Κι όπως έβλεπα τα μεγάλα μάτια εκείνων των ανθρώπων τόσο ευτυχισμένα μέσα στη Θεία Λειτουργία αισθάνθηκα την ανάγκη να τους πω εκ μέρους του λαού μου και της Εκκλησίας μου, στην οποίαν ήλθε ο ίδιος ο Απόστολος Παύλος από τον 1ον αιώνα για να μας πει το μεγάλο νέο του ερχομού του Χριστού: «Θέλω να σας ζητήσω συγνώμη γιατί ήρθαμε τόσο αργά».




