Οι σύγχρονοι «παράλληλοι βίοι» Αθήνας και Σπάρτης στο προσκήνιο της Β’ Επιστημονικής Ημερίδας του Φορέα «Σπάρτη 2034»
Ιστορία, αρχιτεκτονική και αστική μνήμη σε μια ξεχωριστή εκδήλωση στη λακωνική πρωτεύουσα
Η σύγχρονη ιστορική εξέλιξη των δύο μεγαλύτερων ελληνικών πόλεων της αρχαιότητας βρέθηκε στο επίκεντρο της Β’ Επιστημονικής Ημερίδας Ιστορίας που διοργάνωσε ο Φορέας Ιστορικής Έρευνας «Σπάρτη 2034». Η εκδήλωση, η οποία υλοποιήθηκε σε συνδιοργάνωση με την Περιφέρεια Πελοποννήσου, τον Δήμο Σπάρτης και την Πνευματική Εστία Σπάρτης, τελώντας υπό την αιγίδα της Βουλής των Ελλήνων και του Υπουργείου Εσωτερικών, διεξήχθη το απόγευμα του Σαββάτου 24 Οκτωβρίου στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Σπάρτης.
Με κοινή αφετηρία το 1834 –χρονιά κατά την οποία η Αθήνα ορίστηκε πρωτεύουσα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους και παράλληλα αποφασίστηκε η επανίδρυση της νέας Σπάρτης– και με ορίζοντα τη συμπλήρωση 200 χρόνων της σύγχρονης πορείας τους, η ημερίδα με κεντρικό θέμα «Αθήνα – Σπάρτη: 200 Χρόνια Βίοι Παράλληλοι» και υπότιτλο «1834-2034: Από την αναβίωση του αρχαίου δίπολου στη συγκρότηση των σύγχρονων πόλεων» εστίασε στη νεότερη και σύγχρονη διαδρομή των δύο πόλεων. Μέσα από τις εργασίες της, αναδείχθηκε η ιστορική, αρχιτεκτονική και πολεοδομική εξέλιξή τους, καθώς και η σημασία των μουσειακών χώρων στη διαφύλαξη της αστικής τους μνήμης.
Την εναρκτήρια ομιλία πραγματοποίησε ο ιστορικός και ιδρυτής του Φορέα «Σπάρτη 2034», Νίκος Ι. Καρμοίρης, με θέμα «Δύο σύγχρονες πόλεις λήγουν έναν αρχαίο πόλεμο». Μέσα από την εισήγησή του, ανέδειξε ένα άγνωστο αυτοδιοικητικό παράδοξο και συνάμα συμβολικό γεγονός· την υπογραφή της «λήξης» του Πελοποννησιακού Πολέμου από τους δημάρχους Αθηναίων και Σπαρτιατών το 1996, η οποία έλαβε χώρα πριν από ακριβώς 30 χρόνια, δηλαδή 2.400 χρόνια μετά το τέλος της εμφύλιας αρχαίας σύγκρουσης.
Στην πρώτη θεματική ενότητα, η προϊσταμένη του Τμήματος Αναγνωστηρίου και Αρχειακής Έρευνας της Κεντρικής Υπηρεσίας των Γενικών Αρχείων του Κράτους, Άννα Κουλικούρδη, ανέπτυξε το θέμα «Ανεγείρονται αι κλειναί Αθήναι». Η ομιλήτρια παρέθεσε πολύτιμα τεκμήρια από τα πρώτα χρόνια της νέας πρωτεύουσας, αντλώντας στοιχεία από το αρχειακό υλικό που είχε τεθεί στο επίκεντρο της ομώνυμης έκθεσης που πραγματοποίησε η Υπηρεσία το 2024, και το οποίο αποτυπώθηκε στον σχετικό πολυτελή κατάλογό της.
Αντίστοιχα, ο προϊστάμενος των ΓΑΚ – Τμήματος Λακωνίας, Μιχάλης Σόβολος, στην ομιλία του «Το νέο ψηφιακό αποθετήριο των ΓΑΚ: παραδείγματα άντλησης πληροφοριών για τη “Νέα Σπάρτη” από τα ψηφιακά αρχεία των Συμβολαιογράφων Σπάρτης, Γεωργίου Καρελλά και Κωνσταντίνου Βραχνού (1835-1900)», παρουσίασε τεκμήρια της νέας πόλης μέσα από συμβολαιογραφικά έγγραφα. Παράλληλα, αναφέρθηκε στο κομβικό έργο ψηφιοποίησης των ΓΑΚ, στο οποίο, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνονται 315.520 χειρόγραφες σελίδες από τους δέκα πρώτους συμβολαιογράφους της Σπάρτης.
Ο αρχιτέκτονας και πρόεδρος της Πνευματικής Εστίας Σπάρτης, Γιώργος Γιαξόγλου, ανέλυσε την «Πολεοδομική και οικιστική ανάπτυξη της (νέας) Σπάρτης», προβάλλοντας το σχέδιο πόλης και τις τροποποιήσεις του, καθώς και τα αρχιτεκτονικά ρεύματα που κυριάρχησαν, από τον νεοκλασικισμό έως το Bauhaus, κρούοντας παράλληλα τον κώδωνα του κινδύνου για τη διάσωση της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της λακωνικής πρωτεύουσας.
Την ιστορική διαδρομή του Μουσείου της Πόλεως των Αθηνών – Ιδρύματος Βούρου-Ευταξία, από την ίδρυσή του έως σήμερα, παρουσίασε διαδικτυακά ο πρόεδρός του, Αντώνιος Γ. Βογιατζής. Μέσα από την εισήγησή του, ανέδειξε τη συνεχή προσφορά του μουσειακού φορέα στη διαφύλαξη της αστικής μνήμης της πρωτεύουσας κατά τους νεότερους χρόνους. Ιδιαίτερη μνεία έγινε σε έναν από τους δύο κτιριακούς χώρους του μουσείου, το εμβληματικό «Παλαιό Παλάτι», το οποίο αποτέλεσε την πρώτη κατοικία του βασιλικού ζεύγους, Όθωνα και Αμαλίας, την περίοδο 1836-1843.
Τις εργασίες της ημερίδας έκλεισε η αρχαιολόγος-μουσειοπαιδαγωγός και μέλος της ΠΕΣ, Δρ. Γιάννα Κατσουγκράκη, η οποία αναφέρθηκε στο όραμα του αείμνηστου προέδρου της ΠΕΣ, Νίκου Γεωργιάδη, για τη δημιουργία του Μουσείου Νεότερης Σπάρτης. Επισήμανε τον ρόλο των πολιτιστικών συλλογικοτήτων ως θεματοφυλάκων της ταυτότητας της πόλης, αναλύοντας πώς το εν λόγω μουσείο, το οποίο πλέον έχει παραχωρηθεί στον Δήμο Σπάρτης, αποτελεί μια εξαιρετική μελέτη περίπτωσης για τη διάσωση της τοπικής ιστορίας.
Χαιρετισμό απηύθυναν ο υφυπουργός Εθνικής Άμυνας και βουλευτής Λακωνίας, Θανάσης Δαβάκης, ο βουλευτής Λακωνίας, Νεοκλής Κρητικός, ο αντιπεριφερειάρχης Λακωνίας, Θοδωρής Βερούτης, ο δήμαρχος Σπάρτης, Μιχάλης Βακαλόπουλος, και ο πρόεδρος της ΠΕΣ, Γιώργος Γιαξόγλου. Κατά τους χαιρετισμούς τους, οι εκπρόσωποι των θεσμικών φορέων εξήραν το έργο του Φορέα «Σπάρτη 2034», αναγνωρίζοντας τις άοκνες και φιλότιμες προσπάθειές του για την ανάδειξη της νεότερης και σύγχρονης ιστορίας της πόλης.
Την εκδήλωση τίμησαν, επίσης, με την παρουσία τους ο αντιπεριφερειάρχης Τουρισμού Πελοποννήσου, Θάνος Μιχελόγγονας, ο πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου Σπάρτης, Στέφανος Βρεττάκος, ο πρώην δήμαρχος Σπάρτης, Βαγγέλης Βαλιώτης, η επικεφαλής της μείζονος αντιπολίτευσης του Δήμου Σπάρτης και πρώην αντιπεριφερειάρχης Λακωνίας, Ντία Τζανετέα, οι δημοτικοί σύμβουλοι Τάσος Γκολέμης, Γεωργία Δεδεδήμου, Γιάννης Καρμοίρης, Μαρία Τσιρώνη και Νίκος Τσούκλερης, ο διοικητής του ΚΕΕΜ, Ταξίαρχος Γεώργιος Ζορμπάς, πρόεδροι τοπικών κοινοτήτων, εκπρόσωποι φορέων και συλλογικοτήτων, καθώς και πλήθος φιλίστορων συμπολιτών.
Κλείνοντας τις εργασίες, ο ιδρυτής του Φορέα «Σπάρτη 2034», Νίκος Ι. Καρμοίρης, συνοψίζοντας τον στόχο της δράσης, επεσήμανε: «Ευελπιστούμε πως αυτή η ημερίδα θα αποτελέσει την απαρχή για τον σχεδιασμό κοινών δράσεων των δύο πόλεων σε θεσμικό και επιστημονικό επίπεδο, με ορίζοντα τον κοινό εορτασμό της επετείου των 200 χρόνων τους».



