Οι χρηματικές δωρεές και οι μεταφορές χρημάτων μεταξύ συγγενών βρίσκονται όλο και συχνότερα στο επίκεντρο των φορολογικών ελέγχων, με την ΑΑΔΕ να υπενθυμίζει τι προβλέπει η νομοθεσία για τις περιπτώσεις στις οποίες καταβάλλεται φόρος δωρεάς και πότε μια τραπεζική μεταφορά μπορεί να θεωρηθεί δωρεά.
Η ΑΑΔΕ έχει επισημάνει πως η επιστροφή των χρημάτων στον δωρητή την ίδια ημέρα δεν αναιρεί τη φορολογική υποχρέωση, όταν έχει ήδη υποβληθεί δήλωση φόρου δωρεάς.
Αυτό προκύπτει από απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ), η οποία αφορούσε υπόθεση μεταφοράς ποσού 51.801 ευρώ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τόσο ο δωρητής όσο και η δωρεοδόχος υπέβαλαν δήλωση φόρου δωρεάς μέσω της εφαρμογής myProperty, με αποτέλεσμα να προκύψει φόρος προς καταβολή. Η προσφυγή για την ακύρωση του καταλογισμού απορρίφθηκε, καθώς κρίθηκε ότι με την παράδοση των χρημάτων η δωρεά είχε ήδη συντελεστεί.
Σύμφωνα με τη νομοθεσία, ακόμη και αν η χρηματική δωρεά ανακληθεί με συμφωνία των δύο πλευρών μέσα σε πέντε χρόνια, η αρχική δωρεά εξακολουθεί να φορολογείται, ενώ η επιστροφή του ποσού στον αρχικό δωρητή δεν επιβαρύνεται με νέο φόρο.
Τι συμβαίνει όμως με τις μεταφορές χρημάτων σε συγγενικά πρόσωπα;
Οι φορολογικές αρχές στρέφουν πλέον το ενδιαφέρον τους και στις μεταφορές χρημάτων μεταξύ συγγενών, καθώς και στις κινήσεις μέσω κοινών τραπεζικών λογαριασμών. Μια μεταφορά χρημάτων από κοινό λογαριασμό σε ατομικό ή σε λογαριασμό με διαφορετικούς συνδικαιούχους μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να χαρακτηριστεί ως δωρεά και να οδηγήσει σε φορολογικό έλεγχο.
Στο φετινό πρόγραμμα της ΑΑΔΕ περιλαμβάνονται περισσότεροι από 1.000 έλεγχοι σε υποθέσεις γονικών παροχών και δωρεών. Οι ελεγκτές εξετάζουν όχι μόνο ποιος πραγματοποίησε τη μεταφορά των χρημάτων, αλλά και ποιος ήταν ο πραγματικός ωφελούμενος, προκειμένου να διαπιστωθεί αν πίσω από μια τραπεζική συναλλαγή υποκρύπτεται μεταβίβαση περιουσίας που θα έπρεπε να έχει δηλωθεί και να φορολογηθεί.
Αν δεν επιβεβαιωθεί η συναλλαγή από την τράπεζα ή δεν υποβληθούν τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, το αφορολόγητο μπορεί να μην αναγνωριστεί. Τότε, ο φόρος υπολογίζεται από το πρώτο ευρώ, με συντελεστές που κυμαίνονται από 10% έως και 40%, ανάλογα με τη συγγενική σχέση των δύο πλευρών.
Στο επίκεντρο βρίσκονται και οι γονικές παροχές που γίνονται με μετρητά. Η ισχύουσα νομοθεσία ορίζει ότι όταν τα χρήματα δεν μεταφέρονται μέσω του τραπεζικού συστήματος, δεν αναγνωρίζεται το αφορολόγητο, με αποτέλεσμα να επιβάλλεται φόρος 10% από το πρώτο ευρώ.
Αντίθετα, οι μικρές μεταφορές χρημάτων για την κάλυψη καθημερινών αναγκών δεν δημιουργούν, κατά κανόνα, φορολογικό ζήτημα. Ενδεικτικά, η αποστολή μικρών ποσών μέσω της λειτουργίας IRIS από γονείς προς τα παιδιά τους για την κάλυψη καθημερινών εξόδων δεν θεωρείται δωρεά και δεν απαιτεί την υποβολή δήλωσης, ιδίως όταν αφορά προστατευόμενα μέλη.


