Σημαντικά κενά στην εφαρμογή του θεσμού του Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης καταγράφονται σε ολόκληρη τη χώρα, παρά τον ρόλο του στην προστασία των πολιτών και των επιχειρήσεων από φαινόμενα κακοδιοίκησης στους Δήμους.
Ο θεσμός θεσπίστηκε το 2010, στο πλαίσιο του «Καλλικράτη» (Ν. 3852/2010), με στόχο τη διαμεσολάβηση μεταξύ πολιτών, επιχειρήσεων και δημοτικών υπηρεσιών, την αντιμετώπιση προβλημάτων στη συναλλαγή τους με τον Δήμο και τη βελτίωση της λειτουργίας της τοπικής αυτοδιοίκησης.
Ο Συμπαραστάτης δέχεται και διερευνά επώνυμες καταγγελίες για πράξεις ή παραλείψεις δημοτικών υπηρεσιών, επικοινωνεί με τις αρμόδιες υπηρεσίες για την αναζήτηση λύσεων και διατυπώνει προτάσεις για την αντιμετώπιση διοικητικών δυσλειτουργιών. Παράλληλα, συντάσσει ετήσια έκθεση για το έργο και τις διαπιστώσεις του.
Η επιλογή του είναι υποχρεωτική για τους Δήμους με πληθυσμό τουλάχιστον 20.000 κατοίκων, ενώ προβλέπεται αντίστοιχος θεσμός και σε επίπεδο Περιφερειών.
Τα στοιχεία για την εφαρμογή του θεσμού
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Παρατηρητηρίου Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης (symparastatis.gr), από τους 154 Δήμους που υποχρεούνται να επιλέξουν Συμπαραστάτη, μόλις 59 έχουν προχωρήσει στην επιλογή προσώπου. Αυτό σημαίνει ότι το 61,7% δεν διαθέτει Συμπαραστάτη, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό κάλυψης ανέρχεται σε 38,3%.
Η περιορισμένη εφαρμογή του θεσμού δεν αποτελεί νέο φαινόμενο. Κατά τη δημοτική περίοδο 2019–2023, Συμπαραστάτη είχαν επιλέξει μόλις 42 από τους 221 Δήμους που υπείχαν σχετική υποχρέωση, ποσοστό περίπου 19%.
Τα στοιχεία αναδεικνύουν τη δυσκολία εφαρμογής ενός θεσμού που αποσκοπεί στην ενίσχυση της διαφάνειας και της λογοδοσίας στην τοπική αυτοδιοίκηση. Η ύπαρξή του, ωστόσο, δεν αρκεί από μόνη της, καθώς προϋποθέτει ουσιαστική λειτουργία, δυνατότητα επικοινωνίας με τους πολίτες και συνεργασία με τις δημοτικές υπηρεσίες.
Η εικόνα στην Πελοπόννησο
Η εικόνα στην Πελοπόννησο αναδεικνύει αντίστοιχες δυσκολίες, καθώς οκτώ Δήμοι που υποχρεούνται να επιλέξουν Συμπαραστάτη εξακολουθούν να μη διαθέτουν πρόσωπο στη συγκεκριμένη θέση.
Στον Δήμο Τρίπολης, Συμπαραστάτης είχε επιλεγεί το 2015. Το 2019 προκηρύχθηκε εκ νέου η θέση, χωρίς να ακολουθήσει επιλογή προσώπου, ενώ το 2024 το Δημοτικό Συμβούλιο δεν κατάφερε να συγκεντρώσει την απαιτούμενη πλειοψηφία στην ψηφοφορία.
Αντίστοιχες δυσκολίες καταγράφηκαν στον Δήμο Κορινθίων το 2016, στον Δήμο Αιγιαλείας το 2017, στον Δήμο Τριφυλίας το 2019 και στον Δήμο Σπάρτης το 2020, όταν οι διαδικασίες επιλογής δεν οδήγησαν στην ανάδειξη Συμπαραστάτη λόγω αδυναμίας συγκέντρωσης της απαιτούμενης πλειοψηφίας.
Στον Δήμο Ναυπλιέων, η διαδικασία του 2024 δεν ολοκληρώθηκε επίσης, καθώς δεν συγκεντρώθηκε η απαιτούμενη πλειοψηφία.
Διαφορετική είναι η εικόνα στους Δήμους Σικυωνίων και Μονεμβασίας, όπου, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, δεν έχουν αναληφθεί σχετικές πρωτοβουλίες για την επιλογή Συμπαραστάτη επί σειρά ετών.
Οι παραπάνω περιπτώσεις θέτουν το ερώτημα για ποιον λόγο ένας θεσμός που έχει σχεδιαστεί για να διευκολύνει τους πολίτες στις συναλλαγές τους με τη δημοτική διοίκηση παραμένει ανενεργός σε τόσους Δήμους.
Η αδυναμία συγκέντρωσης της απαιτούμενης πλειοψηφίας αποτελεί ένα από τα εμπόδια στην επιλογή Συμπαραστάτη. Ωστόσο, όταν η διαδικασία δεν ολοκληρώνεται, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο για τους πολίτες: στερούνται έναν θεσμικό μηχανισμό διαμεσολάβησης στον οποίο θα μπορούσαν να απευθυνθούν για προβλήματα με τις δημοτικές υπηρεσίες.
Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο έντονο στις περιπτώσεις όπου δεν καταγράφεται καμία πρωτοβουλία για την πλήρωση της θέσης επί σειρά ετών. Γιατί δεν κινούνται οι προβλεπόμενες διαδικασίες; Και όταν αυτές αποτυγχάνουν, τι ενέργειες γίνονται ώστε να μην παραμένει η θέση κενή επ’ αόριστον;
Το ζητούμενο δεν είναι μόνο η θεσμική πρόβλεψη του Συμπαραστάτη, αλλά και η βούληση των δημοτικών συμβουλίων να προχωρήσουν στις απαραίτητες διαδικασίες, ώστε ο θεσμός να λειτουργεί στην πράξη και όχι να παραμένει μια ανεκπλήρωτη πρόβλεψη του νόμου.



