Οι αλλαγές με το Προεδρικό Διάταγμα 56/2026, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α’ 146/22.09.2026 και ρυθμίζει τους κανόνες για εγκατάσταση και λειτουργία συστημάτων επιτήρησης με λήψη ή καταγραφή εικόνας και ήχου σε δημόσιους χώρους.
Σκοποί επεξεργασίας
1. Η εγκατάσταση και λειτουργία συστημάτων επιτήρησης με τη λήψη ή καταγραφή ήχου ή εικόνας σε δημόσιους χώρους, εφόσον συνεπάγεται την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, επιτρέπεται, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 3917/2011, για τους εξής σκοπούς:
α) Την αποτροπή και καταστολή των αξιόποινων πράξεων που προβλέπονται στις περ. β) έως και δ) της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 3917/2011. Στα εγκλήματα αυτά ανήκουν ιδίως τα αδικήματα που προβλέπονται στο άρθρο 83 του ν. 3386/2005 (Α΄ 212), στα κεφάλαια έκτο, δέκατο τρίτο, δέκατο τέταρτο, δέκατο πέμπτο, δέκατο έκτο, δέκατο όγδοο, δέκατο ένατο και εικοστό τρίτο του Ειδικού Μέρους του Ποινικού Κώδικα και τα κακουργήματα της νομοθεσίας για τις εξαρτησιογόνες ουσίες, τη λαθρεμπορία, την παράνομη διακίνηση όπλων
και εκρηκτικών και τη διακίνηση μεταναστών από και προς τη Χώρα. Αντικείμενο της καταστολής συνιστά και η απόδειξη τέλεσης αξιόποινων πράξεων και ταυτοποίησης του δράστη.
β) Τη διαχείριση της κυκλοφορίας, που περιλαμβάνει την αντιμετώπιση εκτάκτων καταστάσεων στο οδικό δίκτυο, τη ρύθμιση της κυκλοφορίας οχημάτων, καθώς και την πρόληψη και διαχείριση τροχαίων ατυχημάτων.
γ) Την επιτήρηση των συνόρων της Χώρας και χώρων εγγύς αυτών, η οποία περιλαμβάνει τον έλεγχο των προσώπων και των οχημάτων στα σημεία συνοριακής διέλευσης των χερσαίων συνόρων και εγγύς αυτών.
δ) Τη διαχείριση κρίσιμων περιστατικών και καταστάσεων έκτακτης ανάγκης που οφείλονται σε φυσικές, τεχνολογικές και ανθρωπογενείς απειλές και καταστροφές.
ε) Την προστασία κρίσιμων οντοτήτων, που περιλαμβάνει και την πρόληψη φυσικών και ανθρωπογενών κινδύνων, τη διαχείριση συμβάντων που μπορούν να διαταράξουν σημαντικά ή διαταράσσουν τη λειτουργία των οντοτήτων καθώς και τη διασφάλιση επαρκούς φυσικής προστασίας των εγκαταστάσεών τους.
στ) Την αποτροπή και καταστολή απειλών κατά της δημόσιας ασφάλειας από συστήματα μη επανδρωμένων αεροσκαφών (ΣμηΕΑ), ιδίως όταν τα συστήματα επιτήρησης αποτελούν υποσυστήματα – μέρη συστημάτων αντιμετώπισης απειλών από ΣμηΕΑ.
2. Σε κάθε περίπτωση, εφαρμόζεται το δεύτερο και το τρίτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 14 του ν.3917/2011.».
2. Η παρ. 2 του άρθρου 4 του π.δ. 75/2020 διαμορφώνεται ως εξής:
«2α. Για τη ρύθμιση της κυκλοφορίας των οχημάτων, την πρόληψη και διαχείριση τροχαίων ατυχημάτων και την αντιμετώπιση εκτάκτων καταστάσεων στο οδικό δίκτυο ως υπεύθυνος επεξεργασίας ορίζεται η/οι δημόσια αρχή/δημόσιες αρχές, που εγκαθιστά/ούν το σύστημα επιτήρησης, δηλαδή η Ελληνική Αστυνομία.
β. Η Ελληνική Αστυνομία και το Λιμενικό Σώμα – Ελληνική Ακτοφυλακή ορίζονται υπεύθυνοι επεξεργασίας για την επιτήρηση των συνόρων της Χώρας, την προστασία κρίσιμων οντοτήτων και την αποτροπή απειλών κατά της δημόσιας ασφάλειας από ΣμηΕΑ, σύμφωνα με τις διατάξεις που ορίζουν την αρμοδιότητά τους. Η Ελληνική Αστυνομία, το Λιμενικό Σώμα – Ελληνική Ακτοφυλακή και το Πυροσβεστικό Σώμα ορίζονται από κοινού υπεύθυνοι επεξεργασίας για τη διαχείριση κρίσιμων περιστατικών έκτακτης ανάγκης που οφείλονται σε φυσικές, τεχνολογικές και ανθρωπογενείς απειλές και καταστροφές».
Προϋποθέσεις και κριτήρια εγκατάστασης και λειτουργίας συστημάτων επιτήρησης
1. Η εγκατάσταση και λειτουργία συστημάτων επιτήρησης σε δημόσιους χώρους επιτρέπεται μόνο στο μέτρο που είναι απαραίτητο και όταν οι επιδιωκόμενοι κατά το άρθρο 3 σκοποί δεν μπορούν να επιτευχθούν εξίσου αποτελεσματικά με άλλα ηπιότερα μέτρα.
2. Η εγκατάσταση και λειτουργία συστημάτων επιτήρησης περιορίζεται στον συγκεκριμένο χώρο, για τον οποίο κρίνεται από τον υπεύθυνο επεξεργασίας απαραίτητη η επιτήρηση και δεν μπορεί να επεκτείνεται σε ευρύτερη περιοχή. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας εξασφαλίζει, με τη χρήση κατάλληλων τεχνικών μέσων, ότι τα συστήματα επιτηρούν τον προκαθορισμένο χώρο και δεν λαμβάνουν εικόνα από μη δημόσιους χώρους ή από εσωτερικό κατοικιών. Ειδικότερα, η χρήση συστημάτων επιτήρησης εγκατεστημένων σε επανδρωμένα και μη αεροσκάφη περιορίζεται σε συγκεκριμένη περιοχή πτήσης. Στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου, εφόσον η χρήση των τεχνικών μέσων του δεύτερου εδαφίου επηρεάζει την επιχειρησιακή αξιοποίηση των πληροφοριών και την αποτελεσματικότητα της στοχευμένης επιχειρησιακής δράσης της παρ. 3, ο υπεύθυνος επεξεργασίας μπορεί να λαμβάνει εναλλακτικώς οργανωτικά μέτρα που διασφαλίζουν τη μη αναγνώριση της
ταυτότητας των φυσικών προσώπων. Οι λεπτομέρειες ως προς τη θέση εγκατάστασης των καμερών, τα χαρακτηριστικά του συστήματος επιτήρησης, τα κατάλληλα τεχνικά μέσα και τα εναλλακτικά οργανωτικά μέτρα προβλέπονται στην απόφαση που εκδίδεται σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 12. Με την απόφαση που εκδίδεται κατά την παρ. 2 του άρθρου 12 καθορίζονται ο χρόνος ενεργοποίησης του συστήματος επιτήρησης, η εμβέλειά του και η διάρκεια λειτουργίας του, κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζεται η τήρηση της παρ. 1.
3. α) Η λειτουργία φορητών συστημάτων επιτήρησης για την πρόληψη και την καταστολή των αξιόποινων πράξεων της παρ. 1 του άρθρου 3 επιτρέπεται σε περιπτώσεις άμεσου σοβαρού κινδύνου, κατόπιν σχετικής απόφασης του υπεύθυνου επεξεργασίας που εκδίδεται κατά τα προβλεπόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 12.
Με την απόφαση αυτή αιτιολογείται ειδικώς η συνδρομή των προϋποθέσεων για τη λειτουργία φορητών συστημάτων επιτήρησης, με την αναφορά συγκεκριμένων πραγματικών στοιχείων.
β) Άμεσος σοβαρός κίνδυνος υπάρχει όταν συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις:
βα) υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ότι τελούνται ή πρόκειται να τελεσθούν στον συγκεκριμένο χώρο αξιό-
ποινες πράξεις του άρθρου 3 και
ββ) η αποτροπή και καταστολή των αξιόποινων αυτών πράξεων είναι δυνατή μόνο με την εκδήλωση στοχευμένης επιχειρησιακής δράσης του προσωπικού της Υπηρεσίας του υπεύθυνου επεξεργασίας στο συγκεκριμένο χώρο, λαμβανομένων, ιδίως, υπόψη, πληροφοριών και στοιχείων από τα οποία προκύπτει ότι μόνη η στοχευμένη επιχειρησιακή δράση είναι ικανή για την αποτροπή και καταστολή των πράξεων στον ίδιο χώρο
ή σε χώρο που εμφανίζει ουσιωδώς όμοια χωροταξικά και οικιστικά χαρακτηριστικά.
γ) Στην περίπτωση αυτόφωρων εγκλημάτων της παρ. 1 του άρθρου 3, η χρήση του φορητού συστήματος επιτήρησης κατά τις περ. α) και β) επιτρέπεται και εκτός του συγκεκριμένου χώρου που αναφέρεται στην απόφαση του άρθρου 12, εφόσον τούτο είναι απολύτως αναγκαίο για την απόδειξη τέλεσης του εγκλήματος και ταυτοποίησης του δράστη. Η διαπίστωση της διάπραξης αυτόφωρου εγκλήματος γίνεται από τον υπάλληλο της αρχής που φέρει, κατέχει ή χρησιμοποιεί το φορητό σύστημα επιτήρησης. Οι ειδικότεροι όροι και η διαδικασία χρήσης καθορίζονται στην απόφαση του άρθρου 12.
4. Η εστίαση της εικόνας επιτρέπεται για τη διαπίστωση αξιόποινων πράξεων που εμπίπτουν στο πλαίσιο των επιδιωκόμενων σκοπών. Η διαδικασία εστίασης της εικόνας και επαναφοράς της εκτελείται με αιτιολογημένη απόφαση του υπεύθυνου επεξεργασίας, κατόπιν έγκρισης του αρμοδίου εισαγγελέα πρωτοδικών.
Σε περίπτωση κατεπείγοντος, η εστίαση είναι δυνατό να εκτελείται κατόπιν αιτιολογημένης απόφασης του υπεύθυνου επεξεργασίας, με υποχρέωση άμεσης ενημέρωσης του αρμόδιου εισαγγελέα, ο οποίος μπορεί να απαγορεύσει τη συνέχιση της διαδικασίας και τη χρήση των συλλεγέντων δεδομένων. Σε κάθε περίπτωση, η συνδρομή των προϋποθέσεων εστίασης της κάμερας, καθώς και επαναφοράς της στην προκαθορισμένη θέση, αποδεικνύονται από τα τηρούμενα κατ’ άρθρο 11 αρχεία καταγραφής ενεργειών. Σε περίπτωση τεχνικής αδυναμίας τήρησης των εν λόγω αρχείων, ο υπεύθυνος επεξεργασίας λαμβάνει τα κατάλληλα οργανωτικά μέτρα, τα οποία προβλέπονται στην απόφαση της παρ. 2 του άρθρου 12, για την απόδειξη της συνδρομής των προϋποθέσεων εστίασης και επαναφοράς. Ο αρμόδιος κατά τα ανωτέρω εισαγγελέας δύναται να ζητά, οποτεδήποτε το κρίνει αναγκαίο, επιπλέον στοιχεία, με σκοπό τον έλεγχο της νομιμότητας των ενεργειών.
Είναι επιτρεπτή η λήψη εικόνας και κάθε τρίτου προσώπου, εφόσον τούτο είναι αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού επεξεργασίας».
4. Η παρ. 2 του άρθρου 7 του π.δ. 75/2020 αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Η λήψη και επεξεργασία δεδομένων ήχου, στο μέτρο που σε αυτόν περιλαμβάνονται δεδομένα από τα οποία μπορεί να γίνει αναγνώριση προσώπων, δεν πρέπει να είναι ενεργοποιημένη. Η επεξεργασία δεδομένων ήχου επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση, κατόπιν ειδικώς αιτιολογημένης απόφασης του υπεύθυνου επεξεργασίας, η οποία εγκρίνεται από τον αρμόδιο εισαγγελέα, με σκοπό τον εντοπισμό και την αναγνώριση προσώπων που εμπλέκονται σε αξιόποινες πράξεις της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 3 και οι οποίες διαλαμβάνονται στο άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 5002/2022 (Α΄ 228), εφόσον η διερεύνηση των ανωτέρω αξιόποινων πράξεων είναι αδύνατη ή ουσιωδώς δυσχερής χωρίς αυτή. Στην απόφαση του δεύτερου εδαφίου γίνεται ειδική μνεία: α) της αξιόποινης πράξης, για τη διακρίβωση της οποίας είναι απαραίτητη η επεξεργασία, β) των ενδείξεων ως προς την εμπλοκή των ερευνώμενων προσώπων στην τέλεση της πράξης αυτής, γ) του σκοπού της επεξεργασίας,
δ) της αδυναμίας ή ιδιαίτερης δυσχέρειας διακρίβωσης της πράξης με άλλο τρόπο και ε) της απολύτως αναγκαίας χρονικής διάρκειας της επεξεργασίας».
5. Η παρ. 1 του άρθρου 8 του π.δ. 75/2020 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Τα δεδομένα διατηρούνται κατά μέγιστο για χρονικό διάστημα δεκαπέντε (15) ημερών από τη συλλογή τους, εκτός αν η διατήρηση είναι απαραίτητη για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, με σκοπό τη διερεύνηση αξιόποινων πράξεων ή πειθαρχικών παραπτωμάτων, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 14 του ν. 3917/2011.
Μετά την πάροδο του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, τα δεδομένα καταστρέφονται. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας εξασφαλίζει ότι η διαγραφή πραγματοποιείται με αυτόματη μέθοδο και ότι τα καταστρεφόμενα δεδομένα δεν είναι δυνατό να ανακτηθούν. Δεδομένα που αφορούν γεγονότα που εμπίπτουν στον επιδιωκόμενο σκοπό, αποθηκεύονται και διατηρούνται, εφόσον είναι απαραίτητα, για την διερεύνηση αξιόποινων πράξεων ή πειθαρχικών παραπτωμάτων του άρθρου 3. Τα δεδομένα αυτά διαγράφονται μετά την έκδοση αμετάκλητης
δικαστικής απόφασης ή την οριστική παύση της ποινικής ή της πειθαρχικής δίωξης σε περίπτωση διερεύνησης αξιόποινων πράξεων ή πειθαρχικών παραπτωμάτων. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας ενημερώνεται σχετικώς από τις αρμόδιες δικαστικές υπηρεσίες ή από τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα, προκειμένου να προβεί στη διαγραφή».
6. Η παρ. 1 του άρθρου 9 του π.δ. 75/2020 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Αποδέκτες των δεδομένων μπορεί να είναι οι αρμόδιες για κάθε σκοπό δικαστικές, εισαγγελικές, διοικητικές αρχές ή πειθαρχικά όργανα. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας επιτρέπεται να διαβιβάζει τα δεδομένα, προς τον σκοπό της απόδειξης αξιόποινων πράξεων ή της τέλεσης πειθαρχικού παραπτώματος, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος, εφόσον ο αιτών αποδείξει ότι η διαβίβαση είναι απαραίτητη για τη θεμελίωση, άσκηση ή υποστήριξη νομικών αξιώσεων».
7. α. Η παρ. 1 του άρθρου 12 του π.δ. 75/2020 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Η εγκατάσταση συστημάτων επιτήρησης επιτρέπεται ύστερα από απόφαση της αρμόδιας δημόσιας αρχής, που έχει την ιδιότητα του υπεύθυνου επεξεργασίας, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 4. Στην απόφαση αναγράφεται η θέση εγκατάστασης των καμερών, τα χαρακτηριστικά του συστήματος επιτήρησης και αιτιολογείται ειδικώς η συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων που δικαιολογούν την επιτήρηση του συγκεκριμένου χώρου. Στην περίπτωση εγκατάστασης συστημάτων επιτήρησης σε επανδρωμένα ή μη αεροσκάφη, θέση εγκα-
τάστασης νοείται η περιοχή (εναέριος χώρος) πτήσης. Η απόφαση εγκατάστασης δεν μπορεί να έχει χρονική ισχύ ανώτερη της τριετίας, υπόκειται σε περιοδική αξιολόγηση και εκδίδεται ύστερα από διενέργεια εκτίμησης αντικτύπου των επιπτώσεων της επεξεργασίας στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα».
β. Η παρ. 3 του άρθρου 12 του π.δ. 75/2020 αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Αντίγραφο των αποφάσεων των παρ. 1 και 2, καθώς και στοιχεία για τις περιπτώσεις στις οποίες υπάρχει άμεσος σοβαρός κίνδυνος ή χρήση εκτός του συγκεκριμένου χώρου σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 5 αποστέλλονται, αμελλητί, στον αρμόδιο εισαγγελέα πρωτοδικών, με μέριμνα του υπεύθυνου επεξεργασίας.
Ο αρμόδιος εισαγγελέας μπορεί να ζητήσει επιπλέον στοιχεία, προκειμένου να ελέγξει τη νομιμότητα της ενγένει λειτουργίας των συστημάτων επιτήρησης».
Εφαρμογή διατάξεων του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ν. 4624/2019
1. Τα θέματα που δεν ρυθμίζονται ειδικώς από τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3917/2011 και του παρόντος διατάγματος, διέπονται από τις εκάστοτε εφαρμοστέες διατάξεις του Κανονισμού (ΕΕ) υπ’ αρ. 2016/679, της Οδηγίας (ΕΕ) υπ’ αρ. 2016/680 και του ν. 4624/2019.
2. Η χρήση ΣμηΕΑ για τη λήψη ή καταγραφή ήχου ή εικόνας σε δημόσιους χώρους γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης που διέπει τη λειτουργία τους.»
Έναρξη ισχύος 22 Σεπτεμβρίου 2026
Η ισχύς του παρόντος διατάγματος αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.



